francois

Members
  • Content count

    3,198
  • Joined

  • Last visited

Everything posted by francois

  1. I would like to remind the fact that Theodorakis himself has sung the original version of "Όμορφη Πόλη" (Omorfi Poli). I have not included it on my list of CDs because the other songs (Mikres Kyklades) are sung by a singer I don't appreciate that much, but the four songs by Theodorakis may be regarded as a major interpretation of a work by its author. Λυποτάκτες του Μίκη Θεοδωράκη (4 τραγούδια) Πρώτη εκτέλεση : Μίκης Θεοδωράκης (Minos Emi GREECE 1966) - Όμορφη Πόλη - Χάθηκα - Δακρυσμένα μάτια - Σκέπασε ατμός τον έρωτά μας
  2. ΓΛΥΚΕΡΙΑ - Τα ρεμπέτικα της Γλυκερίας Eros Music Η Γλυκερία καθ' όλη τη διάρκεια της καλλιτεχνικής της πορείας έχει αποδείξει την αγάπη της για τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά τραγούδια. Από τα πρώτα χρόνια της πορείας της στο ελληνικό (λαϊκό) τραγούδι συνεργάστηκε με συνθέτες όπως ο Απόστολος Καλδάρας, ο Γιώργος Μητσάκης, ο Μιχάλης Γενίτσαρης κ.ά. και ακολούθως με την επόμενη γενιά των ρεμπετών. Ισως και για αυτό θεωρείται από τις πλέον αυθεντικές ερμηνεύτριες του λαϊκού τραγουδιού. Στο συγκεκριμένο άλμπουμ ερμηνεύει τραγούδια από την προπολεμική περίοδο - της ανώνυμης δημιουργίας του ρεμπέτικου ­, την περίοδο του Μεσοπολέμου με τραγούδια του Τούντα, του Σκαρβέλη, του Βαμβακάρη κ.ά., τη μεταπολεμική περίοδο με κομμάτια του Χατζηχρήστου, του Καπλάνη, του Τσιτσάνη, του Μπάτη, του Μητσάκη, του Χιώτη και τέλος τα νεότερα τραγούδια που έχει γράψει ο Μιχάλης Γενίτσαρης. Στη συλλογή αυτή συμμετέχουν επίσης ο Αγάθωνας, ο Μπάμπης Γκολές, ο Μπάμπης Τσέρτος και οι Οπισθοδρομικοί καθώς επίσης και οι σολίστες Λάζαρος Κουλαξίλης, Χρήστος Νικολόπουλος, Νίκος Χατζόπουλος, Μανώλης Καραντίνης κ.ά. Οσον αφορά τα 32 τραγούδια που περιέχονται στο διπλό άλμπουμ, μεταξύ άλλων ο ακροατής θα βρει: «Το σκαλοπάτι σου», «Της γερακίνας γιος», «Οπου Γιώργος και μάλαμα», «Στη μαγεμένη αραπιά», «Ο μπουφετζής». Τέλος, η έκδοση περιλαμβάνει επίσης ένθετο 24 σελίδων με τους στίχους των τραγουδιών, σημείωμα του Παναγιώτη Κουνάδη και βιογραφικό της Γλυκερίας. TO BHMA, 21/07/2002
  3. A nice link about Manolis Mitsias: http://www.music.gr/artist.asp?artist_id=61
  4. Manos Hadjidakis died on the 15th day of June, 1994: http://www.enet.gr/online/online_p1_text.jsp?c=113&id=2806984
  5. Here's a picture of Prodromos Tsaousakis, one of the most important rebetika singers of the last period. He was one of Tsitsanis' favourite singers, and sang the original versions of "Synnefiasmeni Kyriaki", "Xtizoun kai gremizoun kastra" or "Omorfi Thessaloniki", for example. Extremely powerful and sensitive voice...
  6. Τα απαγορευμένα τραγούδια του Απόστολου Νικολαΐδη Ρεμπέτικα, βαριά λαϊκά και τραγούδια του περιθωρίου, που ερμηνεύει ο αξέχαστος λαϊκός τραγουδιστής Απόστολος Νικολαΐδης, περιλαμβάνει η κασετίνα με τρία cd, με τίτλο «Τα ρεμπέτικα τ' Αποστόλη» (Α.Μ. Records). Ο Απόστολος Νικολαΐδης ήταν ο άνθρωπος που με την επιμονή του και τη δυνατή λαϊκή φωνή που διέθετε, τραγούδησε πρώτος τα βαριά λαϊκά τραγούδια, πρώτα στην Αμερική και στη συνέχεια στην Ελλάδα, μεταξύ 1970-1976. Έβγαλε από την αφάνεια δεκάδες ξεχασμένα ρεμπέτικα και τα έκανε γνωστά στο ευρύ κοινό. Χαρακτηριστικό είναι ότι όταν πρωτοακούστηκαν αυτά τα βαριά τραγούδια στην Αθήνα το 1971-1972, πολυσυζητήθηκαν, αλλά ο κόσμος τα αγκάλιασε και τα τραγούδησε: «Στον ’δη ανταμώσανε», «Όταν καπνίζει ο λουλάς», «Σαν πεθάνω στο καράβι», «Ο καψούρης», «Όταν συμβεί στα πέριξ», «Πάντα με γλυκό χασίσι». Όταν κυκλοφόρησαν στην Αθήνα αυτά τα τραγούδια, τα «Μάγκικα» όπως τα παρουσίασε στους δίσκους του το 1973 ο Απόστολος Νικολαΐδης, έσπασαν τα ταμπού που κυριαρχούσαν τότε για το ρεμπέτικο και λίγο αργότερα τα παρουσίασαν επισήμως η πρώτη Ρεμπέτικη Κομπανία και άλλοι τραγουδιστές από το πάλκο λαϊκού κέντρου. Πριν τα τραγουδήσει σε δίσκους ο Νικολαΐδης, είχε έρθει από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα και συναντήθηκε με τους Βαμβακάρη και Παπαϊωάννου λίγο πριν από τον θάνατό τους, καθώς και με τους Τσιτσάνη, Καλδάρα, Λαύκα και άλλους, οι οποίοι ένιωσαν ανακούφιση γιατί πολλά από τα απαγορευμένα τραγούδια τους, του περιθωρίου, θα κυκλοφορούσαν πλέον ελεύθερα. ΤΑ ΝΕΑ , 11-10-2002 , Σελ.: P53 Κωδικός άρθρου: A17462P532
  7. Sheltering cultures diversity Costas and Alexandros Hatzis will perform at Lycabettus tomorrow. An ancient people of humble origins, outcasts from the northern parts of India scattered today without a known homeland who absorb cultural elements wherever they reside without putting down roots, the Gypsies have lived nomadic lives without any desire for conquest. With this in mind, the seasoned local gypsy artist Costas Hatzis was an appropriate choice for a concert at Lycabettus Theater tomorrow night at 9.30 p.m. under the banner title of Respect for Cultural Uniqueness. The show, which will also feature Hatziss son, Alexandros, a relative newcomer who has been establishing himself as a noteworthy act in recent years, as well as Indian virtuoso sitar player Nisa Khan, was organized by the Network of European Cultural Capitals with the support of the Culture Ministry-sponsored Hellenic Festival. The 65-year-old Hatzis, who has been an active musician for four decades since his emergence in 1961, will present a career-spanning set to include songs written by the man himself, as well as Mikis Theodorakis, Dionysis Savvopoulos, and the late Manos Loizos. During the show, Hatzis will pay tribute to Manos Hadjidakis with a song he penned for the late composer, Greece without Hadjidakis. KATHIMERINI (English version), 23/07/2002
  8. Μεγάλες στιγμές Π.Α.Γ. (Panos Geramanis) Στις πολύ καλές στιγμές της δισκογραφίας θα μπορούσαμε να εντάξουμε το cd «Γιώργος Ζαμπέτας - 2» στη σειρά «Μεγάλοι Λαϊκοί» που κυκλοφορεί από την «Sakaris Records». Πρόκειται για έναν απολαυστικό Γιώργο Ζαμπέτα, που παίζει και τραγουδά αυθεντικά δικά του τραγούδια, έτσι όπως τα φέρνει η στιγμή. Δέκα τραγούδια και τρία καταπληκτικά ορχηστρικά σόλο είναι τα κομμάτια που περιέχει το cd. Με μοναδικό τρόπο ο πηγαίος λαϊκός καλλιτέχνης και δεξιοτέχνης τραγουδά τον «Μαθητή», το «Πού 'σαι Θανάση», το «Σαραβαλάκι», το «Κάτω από το ραδίκι», καθώς και άλλες συνθέσεις του που αναδεικνύονται με τη δική του ιδιότυπη ερμηνεία. Στον τομέα όμως που χαίρεσαι τον Ζαμπέτα και τον απολαμβάνεις είναι στα τρία δεξιοτεχνικά του κομμάτια. Οι αυτοσχεδιασμοί του και η τεχνική που παίζει δημιουργούν μια έκσταση. Θυμίζουν εμφανίσεις του ίδιου από το λαϊκό πάλκο αλλά και από άλλες εμφανίσεις του σε ταινίες ή σε σκηνές θεάτρων. Πάντα ο κόσμος τον χειροκροτούσε και τον απολάμβανε στα καταπληκτικά ορχηστρικά του. ΤΑ ΝΕΑ , 31-08-2002 , Σελ.: P56 Κωδικός άρθρου: A17427P564
  9. Ο Θάνος Μικρούτσικος μιλάει για το καλλιτεχνικό του έργο, την πολιτική, το δυναμικό παρόν της σοβαρής ελληνικής μουσικής, τη διεθνή βαρβαρότητα και την ντόπια τρομοκρατία «Είμαι ένας αριστερός εν πλήρει συγχύσει» Της ΟΛΓΑΣ ΜΠΑΚΟΜΑΡΟΥ Το ραντεβού μου με τον Θάνο Μικρούτσικο είναι στο σπίτι του στο Μετς, καρδιά καλοκαιριού -στον δικό του χώρο, με το πιάνο στη μέση, τους δίσκους, τις αφίσες, τις φωτογραφίες, τα στερεοφωνικά, ένα ανθισμένο κλαδί μπουκαμβίλιας έξω από το τζάμι, τον καφέ στο χαμηλό τραπέζι, έτοιμον, να με περιμένει. «Το ελληνικό τραγούδι δεν έχει μόνο ένδοξο παρελθόν. Εχει δυναμικό παρόν και μπορεί να έχει κι ένα δυναμικό μέλλον...», δηλώνει ο Θάνος Μικρούτσικος Ανηφορίζοντας την Αρχιμήδους για να φτάσω ώς εδώ, δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλον -Ελληνα τουλάχιστον- συνθέτη που να συνδυάζει το ταλέντο του καλλιτέχνη με το ταλέντο του μάνατζερ. Ξεκινώντας από το Διεθνές Φεστιβάλ της Πάτρας, που ο ίδιος δημιούργησε το '86, ώς το Μέγαρο Μουσικής, το υπουργείο Πολιτισμού, το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου τέλος, κλείνοντας, το '99, αυτό τον κύκλο. Ο άλλος κύκλος είναι γεμάτος μουσικές, ποιητές, φωνές αγαπημένες, επιτυχίες, που του έδωσαν άνετα μια θέση ανάμεσα στους σημαντικούς συνθέτες του σύγχρονου ελληνικού τραγουδιού. Κάθεται απέναντί μου χαμογελαστός και χαλαρός, «ν' ακούσεις μόνο κάτι και ξεκινάμε», μου λέει. Και ένας συγκλονιστικός «Αμλετ της Σελήνης» γεμίζει το δωμάτιο. - Αφήσατε, λοιπόν, τον κύκλο των αξιωμάτων και επιστρέψατε στον κύκλο της μουσικής... «Μα δεν είχα φύγει σχεδόν ποτέ. Πλην της περιόδου του υπουργείου Πολιτισμού -γιατί το Σύνταγμα και ο χρόνος δεν το επέτρεπαν- ποτέ δεν έπαψα να λειτουργώ ως μουσικός. Είμαι πραγματικά ένας άνθρωπος που εργάζομαι επί 24ώρου βάσεως στη μουσική, από τη μια μεριά γιατί λατρεύω το τραγούδι, το οποίο υπηρετώ 35 χρόνια τώρα. Κι από την άλλη, γιατί έχω και το σαράκι της κλασικής μουσικής, όπου ειδικά τα τελευταία χρόνια πηγαίνω πάρα πολύ καλά, αφού από το '98 οι δίσκοι μου εκδίδονται σε παγκόσμια διανομή από την ΕΜΙ Classics». «Πολιτιστικά μιλάω» - Σας απογοήτευσαν τα αξιώματα; «Οχι. Παραιτήθηκα από πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, όπου πήγα έχοντας στόχο να λειτουργήσει ο θεσμός αυτός διαφορετικά, γιατί ήρθα σε σύγκρουση με ένα κομμάτι του πολιτικού δυναμικού. Ομως, το ζήτημα του πολιτιστικού μάνατζμεντ είναι κάτι που με ενδιέφερε από τα νιάτα μου και με ερεθίζει πάντοτε. Και δεν είναι θέμα ματαιοδοξίας. Αλλά επιθυμίας στο να βοηθήσω, μέσα σ' αυτή την ευτελή εποχή που ζούμε, σε μια σειρά από ζητήματα, στο να υπάρξουν κάποιες «νησίδες» αναπνοής. Γι' αυτό, αν κληθώ ξανά κάποια στιγμή σε κάποιον τομέα που με ερεθίζει, μπορεί να το κάνω. Δεν μιλώ πολιτικά, πολιτιστικά μιλάω πάντα». - Ποιες είναι οι «νησίδες» όπου θα λέγατε ότι συνεισφέρατε; «Το Διεθνές Φεστιβάλ της Πάτρας βέβαια, ένας θεσμός υψηλού ευρωπαϊκού επιπέδου, όπου δεν συνεισέφερα απλώς. Αλλά ήταν δική μου ιδέα, το ίδρυσα, ήμουν η ψυχή του, έγινα καλλιτεχνικός διευθυντής του, σε μια εποχή όπου αν ρωτούσες τι είναι καλλιτεχνικός διευθυντής, θα σου έλεγαν "μακαρόνια Μπαρίλα", δηλαδή κάτι επιτροπές υπήρχαν μόνο, κάτι υπάλληλοι που καθόριζαν τα πράγματα... Στο Μέγαρο Μουσικής κατόπιν, παρότι ήταν άλλο στοίχημα από εκείνο της Πάτρας, γιατί επρόκειτο για έναν συγκεκριμένο χώρο, συνέβαλα στο να δημιουργηθεί μια αίσθηση καινούργιων πραγμάτων, πέραν του βασικού ρόλου του, δηλαδή του να παίζει κλασική μουσική και να δημιουργεί ένα κοινό φιλομούσων». - Ο διορισμός σας στο υπουργείο Πολιτισμού, μια θέση κατ' εξοχήν πολιτική, ήταν το επόμενο -και κορυφαίο- σκαλοπάτι αυτού του κύκλου, κι έχει σχολιαστεί ποικιλοτρόπως... «Κοιτάξτε, αν ήθελα να μπω και να παίξω στο πολιτικό παιχνίδι, θα είχα αρπάξει την ευκαιρία που μου έδωσε ταυτόχρονα, σε κείνες τις εκλογές ο Παπανδρέου να είμαι τρίτος στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Αλλά είπα "όχι" και ζήτησα να πάω δωδέκατος, δηλαδή μη εκλόγιμος. Οπως αρνητική ήταν η απάντησή μου στις συνεχείς προτάσεις που είχα από το '77 ώς το '93, να κατεβώ στον πολιτικό στίβο, είτε ως υποψήφιος βουλευτής είτε ως βουλευτής Επικρατείας είτε ως ευρωβουλευτής. Αν αποδέχτηκα τελικά την πρόταση για το υπουργείο Πολιτισμού, ήταν γιατί ανταποκρινόταν στο όλο σκεπτικό μου για το πώς θα μπορούσαν να καλυτερεύσουν ορισμένα πράγματα στην πολιτιστική πρακτική αυτού του τόπου και μόνο». - Τα καλυτερεύσατε; «Την πρώτη περίοδο, όπου ήμουν αναπληρωτής υπουργός, δεν την εύχομαι ούτε στον χειρότερο εχθρό μου. Δημιουργική ήταν η δεύτερη περίοδος, όταν έγινα υπουργός, οπότε μαζί με καμιά εικοσαριά ανθρώπους, συνεργάτες μου, στήσαμε μια σειρά θεσμών και τακτοποιήσαμε μεθοδολογικά ορισμένους χώρους: Εθνικό Πολιτιστικό Δίκτυο, Χορός, Βιβλίο, Θέατρο, Φωτογραφία». - Η πρώτη περίοδος έχει να κάνει με τις κακές σχέσεις σας, όπως έχει γραφεί, με τη Μελίνα; «Οχι, δεν αφορά τη Μελίνα. Ηταν μια δύσκολη περίοδος, διότι είχα την αίσθηση ότι ανθρώπους που έρχονται απ' έξω δεν τους ανέχεται το πολιτικό δυναμικό. Κι αυτό δεν συνέβη μόνο με μένα. Σας υπενθυμίζω ότι σε κείνο το υπουργικό συμβούλιο, ο Παπανδρέου είχε βάλει επτά υπουργούς αναπληρωτές και υφυπουργούς εκτός ΠΑΣΟΚ. Πηγαίνετε να τους ρωτήσετε και τους εφτά, να δείτε τι τράβηξαν». - Αυτό σημαίνει ότι αν σας ξαναφώναζαν τώρα στη θέση του κ. Βενιζέλου, δεν θα σας έβρισκαν ανοιχτό; «Πράγματι, κι αυτό για δύο λόγους: Πρώτον, γιατί τώρα που μιλάμε -και γι' αυτήν τη στιγμή σάς απαντώ- είμαι τόσο πολύ φορτωμένος μέσα μου με μουσικές που πρέπει να βγουν έξω, ώστε ο χρόνος μου είναι πολύτιμος. Δεύτερον, γιατί θεωρώ ότι πολλά από αυτά που πετύχαμε στο υπουργείο Πολιτισμού σιγά σιγά μαράθηκαν. Μπορεί να ευθύνονται και κάποιοι υπουργοί γι' αυτό, αλλά και το ότι το υπουργείο Πολιτισμού είναι πλέον ουσιαστικά ένα υπουργείο Ολυμπιακών Αγώνων -και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, εκτός και αν υπήρχε ειδικό υπουργείο. Λοιπόν, εκ των συνθηκών, δεν θα ήμουν ο κατάλληλος και, δεύτερον, τι να το κάνω; Εμένα η δουλειά μου είναι ο πολιτισμός, τίποτε άλλο». Στοίχημα η Ολυμπιάδα - Είστε υπέρ των Ολυμπιακών Αγώνων; «Θέλω να είμαι δίκαιος άνθρωπος ή, τουλάχιστον, θέλω να αισθάνομαι ότι είμαι δίκαιος άνθρωπος. Στους Ολυμπιακούς Αγώνες, μπορεί να καταμαρτυρά κανείς μια εμπορευματοποίηση ή οτιδήποτε άλλο, δεν παύουν όμως να είναι ένας θεσμός. Λοιπόν, θα ήθελα να αλλάξουν κάπως, να αποκτήσουν ενδεχομένως ένα άλλο χρώμα, κι όχι να πάψουν να υπάρχουν. Θα έλεγα μάλιστα ότι είναι και ένα στοίχημα αυτό για την Ελλάδα. Δεν ξέρω αν επιτευχθεί, αλλά είναι ένα στοίχημα». - Ιδέες έχετε πάνω σ' αυτό; «Αν μπορέσουμε να ψιλομπολιάσουμε τους Ολυμπιακούς -κι ο πολιτισμός θα ήταν μια λύση- με κάποια άλλα στοιχεία... Για παράδειγμα, εγώ είμαι ενθουσιασμένος που ανέλαβε την τελετή έναρξης ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, της Ομάδας Εδάφους. Και μάλιστα μου κάνει και εντύπωση, γιατί για πρώτη φορά στην ελληνική κοινωνία, κάποιοι άνθρωποι στην ηλικία των 40 χρόνων δεν θεωρούνται νέοι και άπειροι». - Εσείς πώς αισθάνεστε αυτή τη στιγμή, μέσα στον κύκλο της μουσικής; «Εγώ, σε γενικές γραμμές, τα τελευταία χρόνια περνάω τη ζωή μου μέσα από σημαντικά πράγματα: τη μουσική και τη μεγάλη χαρά της δημιουργίας, από το ένα μέρος. Τους δικούς μου ανθρώπους -τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου, όσο κι αν αυτό ακούγεται αμερικάνικο- από το άλλο. Γι' αυτό και μέσα σ' όλην αυτή τη βαρβαρότητα και την ευτέλεια των καιρών, αισθάνομαι ευτυχέστατος και μερικές φορές ντρέπομαι και να το λέω». - Ποια είναι η βαρβαρότητα; «Είναι αυτό που συμβαίνει στη Μ. Ανατολή -ανοιχτή πληγή εδώ και 50 χρόνια. Η τρομοκρατία της 11ης Σεπτεμβρίου και οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί ισοπέδωσης του Αφγανιστάν. Είναι ο βομβαρδισμός της Γιουγκοσλαβίας, που αν μιλούσε κανείς για ένα τέτοιο ενδεχόμενο πριν από 5-10 χρόνια, θα τον συμβούλευαν να πάει σε ψυχίατρο... Οτι ξαφνικά γίνονται αυτονόητα, και μάλιστα για την Ευρώπη, την ήπειρο του ανθρωπισμού και του διαφωτισμού, πράγματα τα οποία ώς πριν από μερικά χρόνια θα τα θεωρούσαμε αδιανόητα. Αυτό είναι η βαρβαρότητα. Και ό,τι θα συμβεί στα επόμενα χρόνια». - Και η ευτέλεια; «Ο νέος τρόπος ζωής που επιβάλλεται και διεθνώς -αλλά ας περιοριστούμε στα δικά μας. Σας υπενθυμίζω την τρέλα των Ελλήνων για το Χρηματιστήριο το '99, που ήταν ποδηγετημένη τρέλα. Κάτι που μας το έδωσαν στο πιάτο τα ΜΜΕ, κυρίως ο ηλεκτρονικός Τύπος. Γιατί την ιδεολογία, τις νέες αρχές μέσα στις οποίες μεγαλώνει η νέα γενιά, δεν την επιβάλλουν πλέον η Εκκλησία και το σχολείο, την επιβάλλει με την ευθυβολία και τη δύναμή της η εικόνα». Εμπορευματοποιημένη κουλτούρα - Ποια είναι σήμερα αυτή η ιδεολογία; «Υπέρ πάντων όλων, το χρήμα. Δεν είμαι, για όνομα του Θεού, απ' τους ανθρώπους που λένε ότι ο κόσμος πρέπει να ζει φτωχά, ίσα ίσα πρέπει να παλαίψει κανείς για να καλυτερέψει τη ζωή του. Αλλο όμως αυτό κι άλλο να εστιάζουμε τα πάντα στο πώς θα βγάλουμε λεφτά κι από αυτά να εξαρτάται η καταξίωσή μας στην κοινωνία. Γι' αυτό βλέπουμε όλα τα λάιφ στάιλ έντυπα και όλες τις τηλεοράσεις να προβάλλουν το ίδιο μοντέλο: του πετυχημένου γιάπη, με την τσάντα, το Αρμάνι, με ένα τοπ μόντελ, δηλαδή ένα κορίτσι τυποποιημένης ομορφιάς δίπλα του, με ανοιχτό αυτοκίνητο οπωσδήποτε, που το καλοκαίρι κινείται κατά Μύκονο μεριά... Εναν νέο, παγκοσμιοποιημένο τρόπο ζωής, που απαιτεί τη δική του "κουλτούρα"». - Δηλαδή; «Την εμπορευματοποιημένη κουλτούρα. Και για να πάμε στη δουλειά μου, όλο αυτό το συνονθύλευμα της ευτέλειας που μας περιτριγυρίζει και τον τυποποιημένο ήχο. Την πρώτη μέρα που βάλαμε δορυφορική τηλεόραση εδώ, έπιασα το Περού, την Ταϊλάνδη, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την Ελλάδα την ξέρω, και τι είδα; Τον ίδιο Σάκη, Λάκη, Μάκη, Τάκη στο μικρόφωνο, με τις ίδιες κοπέλες πίσω του, μόνο στα μάτια ήταν η διαφορά, με τις ίδιες δέσμες φωτός, το ίδιο μπάμπα μπούμπα. Οπου πάνε περίπατο οι διαφοροποιήσεις, η γνώση, όλα τα σημαντικά πράγματα με τα οποία μεγαλώσαμε και πάνω τους στήθηκε, εδώ και 400 χρόνια, ο πολιτισμός της Ευρώπης. Πάνε να μας βγάλουν μέσα απ' αυτή τη λογική διαδικασία, υποτιμώντας μας και προωθώντας ό,τι χειρότερο». - Το ελληνικό τραγούδι πού πάει; «Το ελληνικό τραγούδι, το σοβαρό ελληνικό τραγούδι -που κατά τη γνώμη μου είναι στοιχείο του νεοελληνικού πολιτισμού και σε ορισμένες περιόδους, τα τελευταία 50 χρόνια, είχε γίνει και αιχμή του νεοελληνικού πολιτισμού, ανάλογα με τη συγκυρία -δεν έχει μόνον ένδοξο παρελθόν, το οποίο όλοι αποδεχόμαστε. Εχει και δυναμικό παρόν και με τη βοήθεια όλων των μεσαζόντων, όσοι είναι συνειδητοποιημένοι, μπορεί να έχει κι ένα δυναμικό μέλλον, αντίθετο στο ρεύμα της ευτέλειας και της τυποποίησης». - Ποιο θεωρείτε «σοβαρό ελληνικό τραγούδι»; «Αυτό που μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο αν θέλετε, ξεκινάει από τον Τσιτσάνη, από τους δύο ογκόλιθους Χατζιδάκι και Θεοδωράκη και προχωράει στη γενιά στην οποία ανήκω χρονολογικά: Ξαρχάκος, Μούτσης, Σαββόπουλος, Μαρκόπουλος, Λοΐζος κι εγώ. Συνεχίζεται με κάποιους ελεύθερους σκοπευτές, όπως ο ιδιοφυής Κραουνάκης, κι από και πέρα, με τους τραγουδοποιούς των δύο τελευταίων δεκαετιών: Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας, Μαχαιρίτσας, Τσακνής, Μάλαμας, Ορφέας Περίδης, Πορτοκάλογλου, Θηβαίος, Ζούδιαρης, Αλκίνοος Ιωαννίδης και άλλοι που πιθανώς έχω ξεχάσει. Ολοι εμείς αποτελούμε μεγαλύτερους ή μικρότερους κρίκους αυτής της αλυσίδας». «Δεν είμαι γκρινιάρης» - Εσείς τι κρίκος είστε; «Δεν θα σας πω εγώ για τον εαυτό μου τι κρίκος είμαι, ούτε και για άλλους, δεν έχω κάποιο ταλεντόμετρο άλλωστε... Παρατηρώ μόνο, ότι στη σημερινή ευτέλεια, άνθρωποι της δικής μου γενιάς ή της προηγούμενης αντιδρούν με διαφορετικό τρόπο. Αλλος, όπως ο Δήμος Μούτσης, σιωπά, κακώς κατά τη γνώμη μου. Αλλος ψιλοφλερτάρει με το νιού λάιφ στάιλ. Αλλος γκρινιάζει. Εγώ δεν είμαι γκρινιάρης, γιατί δεν αισθάνομαι ότι μου οφείλει κανείς κάτι -ενδεχομένως εγώ οφείλω σε ανθρώπους που με βοήθησαν και στον κόσμο. Αντιδρώ με ψυχραιμία, λοιπόν, κάνω τις αναλύσεις μου, παλεύω, με αποδέχονται αυτοί που με αποδέχονται, κι αν δεν στήθηκαν αγάλματα για μένα κι αν δεν πήραν δρόμοι και πλατείες το όνομά μου, τι να κάνω; Θα γίνουν κι αυτά, και αν δεν γίνουν, δεν βαριέσαι...». - Τον Μίκη υπονοείτε; «Δεν αναφέρομαι σε κάποιον συγκεκριμένα. Οσον αφορά τον Θεοδωράκη, μπορεί στη διαδικασία να διαφώνησα σε αρκετά σημεία μαζί του από τη στιγμή που τον γνώρισα, αλλά πιστεύω ότι είναι ένας ογκόλιθος του ελληνικού πολιτισμού, όπως σας είπα ήδη. Βεβαίως, έχει ολοκληρώσει τον δημιουργικό του κύκλο, αλλά εμένα θα μου χρειάζονταν πέντε ζωές για να κάνω αυτά που έκανε εκείνος, και πάλι χωρίς το δικό του ταλέντο και την ευθυβολία. Πιστεύω, όμως, ότι έχει τιμηθεί στην Ελλάδα, και από την πολιτεία και κυρίως από τον κόσμο. Τώρα, αν γκρινιάζει λίγο παραπάνω, θα πω κι εγώ όπως όλοι, "Μίκης είναι αυτός, τι να κάνουμε''». - Τι σηματοδοτεί, αυτή τη στιγμή, τον δικό σας δημιουργικό κύκλο; «Η συνεργασία μου με έναν από τους νεότερους και πιο ταλαντούχους τραγουδοποιούς, τον Χρήστο Θηβαίο, που η φοβερή επιτυχία των συναυλιών που δίνουμε τώρα στην Ελλάδα με έκανε ευτυχισμένο. Με κατάληξη αυτής της συνεργασίας έναν "απελευθερωτικό", όπως τον λέω, δίσκο, που θα κυκλοφορήσει τον Σεπτέμβρη, με τίτλο "Αμλετ της Σελήνης"- από το ομώνυμο τραγούδι σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, αφιερωμένο στη μνήμη του Γιώργου Χειμωνά. Και για να κλείσω με τα τρέχοντα, να σας πω ότι σχεδόν ταυτόχρονα θα ταξιδέψω στην Αμερική για την κυκλοφορία της συνεργασίας μου με τον Γκάρι Μπάρτον σε δίσκο, από την Blue Note». Κατά ατομικής τρομοκρατίας - Να πούμε κάτι και για τα «τρέχοντα» του δημόσιου βίου, αρχίζοντας βέβαια από το θρίλερ της τρομοκρατίας; «Εγώ από μικρό παιδί, ποτέ δεν ήμουν υπέρ της ατομικής τρομοκρατίας, ούτε ως επαναστατικής πράξης, με εξαίρεση περιόδους φασισμού, δικτατοριών και λοιπά. Για έναν απλούστατο λόγο: όπου και αν υπήρξε το φαινόμενο αυτό, και τον 19ο και τον 20ό αιώνα, ακόμα και τις αγνότερες προθέσεις όταν είχε να αλλάξει την κοινωνία, ποτέ δεν πετύχαινε το στόχο του. Αντίθετα, ισχυροποιούσε το κράτος έναντι του οποίου υποτίθεται ότι αγωνιζόταν». - Για τη «17 Νοέμβρη» ποια είναι η άποψή σας; «Διαφωνώ από την ώρα που εμφανίζεται έως σήμερα. Αλλά από μια στιγμή και μετά, απ' τις αρχές της δεκαετίας του '80 θα έλεγα, έχω την αίσθηση ότι το πράγμα γίνεται ύποπτο, ότι παίζονται διάφορα παιχνίδια. Οτι δηλαδή, μπορεί να στέκει αυτή η θεωρία των ομόκεντρων κύκλων, σε σχέση και με άλλες παρεμφερείς οργανώσεις, ότι στις παρυφές όλων αυτών πρέπει να έχουν παρεισφρήσει -σε ποιον βαθμό δεν ξέρω- και πρόσωπα τα οποία δεν ανήκαν σ' αυτό το κλίμα της ιδεολογικής άκρας Αριστεράς. Αυτή είναι η άποψή μου, γι' αυτό κρατώ μια σοβαρή επιφύλαξη για ό,τι βγαίνει προς τα έξω, τουλάχιστον μέχρι στιγμής». - Ανήκατε κι εσείς κάποτε σ' αυτόν το χώρο της άκρας Αριστεράς... «Προ της δικτατορίας ήμουν στη Νεολαία Λαμπράκη, επί δικτατορίας ριζοσπαστικοποιήθηκα, και σιγά σιγά, για κάποιους λόγους που τους έχω εξηγήσει πολλές φορές στο παρελθόν, κινήθηκα στον μαοϊκό χώρο. Εχω την αίσθηση ότι κι αυτό μια ψευδαίσθηση ήταν, η οποία προς το τέλος της δεκαετίας του '70 είχε πια τελειώσει, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς». - Σήμερα πώς βλέπετε να διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό; «Εάν με ρωτούσατε πριν ανακύψει το θέμα με τη «17 Νοέμβρη», θα σας έλεγα "αυτό που βλέπει όλος ο κόσμος", δηλαδή έναν άνετο καλπασμό της Ν.Δ. προς τη νίκη στις ερχόμενες εκλογές. Εκτός και αν συμβεί κάτι που δεν μπορούμε να υπολογίζουμε». - Δεν το λέτε πια αυτό; «Το ίδιο λέω και τώρα. Είναι φανερό ότι η Ν.Δ. προηγείται τρία κεφάλια, κι αυτό οφείλεται, πέρα από πολιτικές, στους εξής παράγοντες: στα πρόσωπα, τα ίδια και τα ίδια, που κούρασαν. Κι επίσης στην αλαζονεία της εξουσίας, την οποία δεν μπορεί να αποφύγει κανείς, όσο ψύχραιμος και καταπληκτικός άνθρωπος κι αν είναι, όταν κατέχει μια καρέκλα τόσα πολλά χρόνια. Τώρα, αν αυτά ανατραπούν από μπουμπουνητά, όπως αυτό το ζήτημα της τρομοκρατίας ή κάποιο άλλο που μπορεί να προκύψει αύριο, δεν το ξέρω. Εγώ ένας απλός Ελληνας πολίτης είμαι». - Τι θα ευχόσασταν; «Εγώ, όσο κι αν ηχεί παράταιρο, αισθάνομαι ότι είμαι ένας αριστερός εν πλήρει συγχύσει. Αν μπορούσε να κοιτάξει κανείς μέσα στην ψυχή μου, θα έβλεπε ότι διακατέχομαι από την επιθυμία τού να έχουν οι άνθρωποι ίσες ευκαιρίες. Μπορεί να φαίνεται ρομαντικό αυτό, αλλά το πιστεύω, είναι ο δικός μου προσωπικός ανθρωπισμός. Συνεπώς, το θέμα για μένα δεν τίθεται στη βάση ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ., ούτε είναι ένα ζήτημα που αφορά τα χάλια της σημερινής Αριστεράς. Από κει και πέρα, ακόμα και η ψήφος μου μερικές φορές είναι ευκαιριακή. Δηλαδή, λειτουργεί το κριτήριο που σας έλεγα, της κοινωνικής ευαισθησίας μου». - Αισθάνεστε ότι στις σημερινές συνθήκες έχετε δυνατότητα παρέμβασης και κυρίως συνεισφοράς ως πολίτης; «Με την ψήφο μου δεν μπορώ να συνεισφέρω. Μπορώ όμως να συνεισφέρω με δύο άλλα πράγματα: πρώτον, με το έργο μου, όσο κι αν ακούγεται βαρύγδουπο αυτό που λέω. Και δεύτερον, με την παρουσία ή τη συμπαράστασή μου, εκεί όπου η μυστική φωνή μου μού λέει "πήγαινε"». ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 20/07/2002
  10. Βασίλης Τσιτσάνης. Ο ζωγράφος της λαϊκής μουσικής ΑΦΙΕΡΩΜΑ Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ 20ος ΑΙΩΝΑΣ ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ * Οι άνθρωποι που σημάδεψαν την κοινωνική και πνευματική ζωή του αιώνα που φεύγει, όπως τους σκιαγραφούν ειδικοί συνεργάτες των «ΝΕΩΝ» Η απλότητα, ο αυθορμητισμός, η γνώση, το ταλέντο και κυρίως το μουσικό ένστικτο χαρακτήριζαν τον Βασίλη Τσιστάνη ως συνθέτη και ως άνθρωπο που κρατήθηκε στην κορυφογραμμή του νεοελληνικού μουσικού πολιτισμού, μαζί με το λαϊκό μας τραγούδι, αδιάκοπα επί 50 χρόνια. Ο Βασίλης Τσιτσάνης υπήρξε ένας φωτισμένος και μεγαλοφυής ηγέτης στον χώρο του, αναμόρφωνε ριζικά πολλές πλευρές του ρεμπέτικου και άνοιξε καινούργιους δρόμους στο κοινωνικό (και όχι μόνο) λαϊκό τραγούδι. Ως δεξιοτέχνης και μαέστρος έδωσε νέες κατευθύνσεις στη λαϊκή ορχήστρα, δίδαξε στους τραγουδιστές νέους τρόπους ερμηνείας και με μια χιλιάδα τραγούδια του, έχτισε τις βάσεις του οπλοστασίου του μουσικού πολιτισμού. Κορυφαία στιγμή και ορόσημο για τον ίδιο τον Τσιτσάνη, για τον κόσμο του αυθεντικού λαϊκού τραγουδιού για όλη την Ελλάδα, η δημιουργία και κυκλοφορία της «Συννεφιασμένης Κυριακής» (1948), που αποτελεί μια σύνθεση, ένα τραγούδι- μνημείο, μουσικοποιητική παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Ανήμερα του Αγίου Αθανασίου (18 Ιανουαρίου 1915) γεννήθηκε ο Βασίλης Τσιτσάνης, στα Τρίκαλα Θεσσαλίας. Ήταν το 4ο από τα έξι παιδιά του Κώστα και της Βικτωρίας Τσιτσάνη. Οι γονείς του κατάγονταν από την Ήπειρο. Ο πατέρας του (τσαρουχάς το επάγγελμα) ήταν από το Μέτσοβο και η μητέρα του από τα Ζαγόρια. Τα πρώτα μουσικά ακούσματα ήταν από μια ιταλική μάντολα που είχε ο πατέρας του, ο οποίος όταν τελείωνε τη δουλειά του, έπαιζε και τραγουδούσε κλέφτικα τραγούδια. Έτσι μπολιάστηκε μουσικά ο μικρός Βασίλης. Όταν τελείωσε το Δημοτικό σχολείο, άρχισε να παίζει με το μαντολίνο του πατέρα του. Σε κάποιες σχολικές γιορτές στα Τρίκαλα έπαιξε επίσημα κάποια κομμάτια με το βιολί, ενώ διηύθυνε και σχολικές συναυλίες. Το 1927 πεθαίνει ο πατέρας του και ο Βασίλης Τσιτσάνης μπαίνει για τα καλά στη βιοπάλη της ζωής αλλά, παράλληλα, αρχίζει αθόρυβα, μα πολύ δημιουργικά η πορεία του στη μουσική σκηνή. Τα πρώτα του μαθήματα πήρε από έναν Ιταλό μαέστρο, τον Γκιόσα, που εκείνη την περίοδο πήγαινε τα καλοκαίρια στα Τρίκαλα, με το «Τρίο Μπαρόνι» από τη Ρώμη. Ο Τσιτσάνης, 12 ετών, έπαιζε μαζί τους βιολί, στα διαλείμματα του κινηματογράφου «Πανελλήνιον» στις προβολές των βουβών ταινιών. Με το πέρασμα του χρόνου, ο Τσιτσάνης εξοικειωνόταν όλο και περισσότερο με τη μάντολα του πατέρα του, που της είχε μακρύνει το μανίκι (ή το χέρι) και την είχε μετατρέψει σε μπουζούκι. Σε ηλικία 14 χρόνων αυτοσχεδίαζε και άρχισε να συνθέτει τα πρώτα του τραγούδια. Μέσα από προσωπικές και πολύωρες αφηγήσεις του Βασίλη Τσιτασάνη (προς τον γράφοντα, το καλοκαίρι, του 1964 και τον χειμώνα του 1981), φαίνεται καθαρά ότι η μεγάλη πορεία του μεγαλοφυούς συνθέτη δρομολογείται από τα Τρίκαλα και είναι δεμένη με τα γεγονότα της παιδικής του ηλικίας. Τα πρώτα του τραγούδια συνδέονται με τους πρώτους έρωτές του. Η παρθενική του εμφάνιση ως μπουζουκτσής τον ενθάρρυνε και τον τόνωσε, ενώ του έκοψε τα φτερά ο θάνατος του πατέρα του. Οι περιπέτειες που είχε στο Γυμνάσιο με τους καθηγητές του, τον προβλημάτισαν και τον έκαναν πιο δυνατό σαν χαρακτήρα, αλλά και πιο προσεκτικό στη συμπεριφορά του. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το επεισόδιο μ' έναν καθηγητή του, όταν ο Τσιτσάνης, μαθητής ακόμα, είχε γράψει το τραγούδι «Μεσ' την Παραγουάη, σε φίνο ακρογιάλι». Το έπαιξε και το τραγούδησε με τ' άλλα παιδιά της τάξης του σε μία εκδρομή. Ο καθηγητής πειράχτηκε πολύ, κάλεσε τον Βασίλη στο γραφείο του και του είπε: «Ώστε έτσι, κύριε Τσιτσάνη! Η Παραγουάη έχει φίνο ακρογιάλι; Έλα, λοιπόν, τον Σεπτέμβριο να μας το δείξεις πού είναι». Τον άφησε μετεξεταστέο στη Γεωγραφία. Και ο Βασίλης Τσιτσάνης, ένα καλοκαίρι ολόκληρο το πέρασε κάτω από τη μουριά του σπιτιού του, με το μπουζούκι και το βιβλίο της Γεωγραφίας. Στη διαδρομή του από το Δημοτικό σχολείο στο Γυμνάσιο ο μικρός τότε Βασίλης Τσιτσάνης, εκτός από το πάθος του για τη λαϊκή μουσική, είχε αφοσιωθεί στον κλασικό αθλητισμό και το ποδόσφαιρο. Αγωνίσθηκε και σημείωσε θαυμάσιες επιδόσεις (μαθητικά ρεκόρ) με τα χρώματα του Γ.Σ. Τρικάλων. Στις 26 Μαΐου 1929, ήρθε πρώτος στο άλμα τριπλούν με 11.41 μ. και κατέκτησε το «Χρυσό Καλαμάρι», έπαθλο που είχε αθλοθετήσει εκείνη την εποχή ο Δήμος Τρικάλων. Με πικρές αναμνήσεις από τα Τρίκαλα ο Βασίλης Τσιτσάνης στα τέλη του 1935 με αρχές '36 κατεβαίνει στην Αθήνα, με στόχο να σπουδάσει νομικά. Τ' όνειρό του όμως να γίνει δικηγόρος δεν πραγματοποιήθηκε, γιατί οι συνθήκες τότε ήταν άνισες και η ζωή στην πρωτεύουσα πολύ δύσκολη και μάλιστα για έναν νέο από επαρχία. Για να καλύψει τα βιοποριστικά του έξοδα (ενοίκιο - φαγητό), άρχισε να εργάζεται με το μπουζούκι του στο κέντρο «Μπιζέλια» της οδού Λένορμαν στον Κολωνό και αργότερα σ' ένα μπαρ, «Το Κουκλάκι», στη γωνία των οδών 3ης Σεπτεμβρίου και Σολωμού Τότε γνωρίσθηκε με τον τραγουδιστή Μήτσο Περδικόπουλο που τραγουδούσε σμυρναίικα και δημοτικά. Αυτή η γνωριμία τον οδήγησε στο στούντιο και στις πρώτες του φωνογραφήσεις δίσκων 78 στροφών. Ήταν αρχές του 1937, και ο Τσιτσάνης παίζει μπουζούκι και συνοδεύει τον Περδικόπουλο, στο γνωστό δημοτικό τραγούδι «Σιγά καλέ την άμαξα». Ενώ στην πίσω πλευρά του δίσκου υπάρχει το πρώτο του τραγούδι. Ένα ζεϊμπέκικο με τίτλο «Σ' έναν τεκέ μπουκάρανε». Σε λίγες ημέρες ακολουθεί στην ίδια εταιρεία, την «ΟΝΤΕΟΝ», με μαέστρο τον Σπύρο Περιστέρη, το δεύτερο τραγούδι του Τσιτσάνη «Να γιατί γυρνώ μεσ' την Αθήνα» με ερμηνευτές τον Μάρκο Βαμβακάρη και τη Σοφία Καρίβαλη, σημαντική τραγουδίστρια σμυρναίικων τραγουδιών (αδελφή της Ρίτας Αμπατζή). Παράλληλα ο Τσιτσάνης εργάζεται και σε μία ταβέρνα κοντά στον σταθμό Λαρίσης, στον «Πλάτανο», όπου πήγαιναν πολλοί φοιτητές για να τον ακούσουν που έπαιζε μπουζούκι και τραγουδούσε. Παρά το γεγονός ότι έκανε μεγάλη επιτυχία με τα πρώτα του τραγούδια, χρειάσθηκε να περάσει ένας χρόνος για να ξαναμπεί στο στούντιο. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα. Όμως η τριετία 1937-1940, που συνέπεσε με τη στρατιωτική θητεία του Τσιτσάνη στη Θεσσαλονίκη και την παραμονή του για αρκετό διάστημα εκεί, όπου και παντρεύτηκε με τη Ζωή Σαμαρά (απέκτησαν δύο παιδιά, τη Βικτωρία και τον Κώστα), ήταν καθοριστική για την πορεία του, αλλά και γενικότερα για το ανόθευτο λαϊκό μας τραγούδι. Τότε (από 20-23 χρόνων) δηλαδή την προπολεμική περίοδο, έγραψε 153 τραγούδια και έκανε ένα μπαράζ μεγάλων επιτυχιών. «Αρχόντισσα» «Μαριώ», «Σε φίνο ακρογιάλι», «Δύο χρόνια σ' αγαπώ», «Τσιγγάνα μου γλυκειά», «Καμαριέρα», «Ζωίτσα μου μικρή», «Καλαμπακιώτισσα», «Τάγμα τηλεγραφητών», «Μαντήλι χρυσοκέντητο» και δεκάδες άλλα τραγούδια, από τα οποία ο Τσιτσάνης πολλά είχε αρχίσει να γράφει από τα Τρίκαλα ή και από την Αθήνα, αλλά τα «χτένισε» και τα ολοκλήρωσε στη Θεσσαλονίκη, δίνοντάς τους την τελική τους φόρμα. Τα προπολεμικά τραγούδια τα φωνογράφησε ­ εκτός από τρία πρώτα του ­ στις εταιρείες «Κολούμπια» και «Χις-Μάστερς Βόις», όπου μαέστρος ήταν ο γνωστός ­ εκείνη την εποχή ­ συνθέτης Πάνος Τούντας, ο οποίος ενθάρρυνε τον Τσιτσάνη να γράφει συνεχώς, αφού όπως έλεγε όλα τα τραγούδια του νεαρού συνθέτη είναι αριστουργήματα λαϊκής τέχνης. Χαρακτηριστικά έχουν μείνει εκείνα τα λόγια του Τούντα, ο οποίος παρουσία και άλλων μουσικών και τεχνικών στα στούντιο της «Κολούμπια» το 1939, όταν του έπαιξε ο Τσιτσάνης ένα οργανικό κομμάτι το «Ατελείωτο», ο μαέστρος συγκινημένος του είπε: «Αυτό παιδί μου, Τσιτσάνη, είναι συμφωνικό έργο, είναι κονσέρτο, είναι θαύμα, αριστούργημα...». Τα περισσότερα από τα 152 τραγούδια του, αυτές τις περίφημες λαϊκές καντάδες, μεταξύ 1937-1940, ερμήνευσε ο Στράτος Παγιουμτζής μαζί με τον συνθέτη δεύτερη φωνή καθώς και οι Μάρκος Βαμβακάρης, Απόστολος Χατζηχρήστος, Ιωάννα Γεωργακοπούλου, Νταίζη Σταυροπούλου, ενώ έκπληξη είχε χαρακτηρισθεί το 1937, όταν μια Ισπανίδα σοπράνο, η Ελβίρα Ιντάλγκο-Κάκκη (η οποία για ένα μικρό διάστημα υπήρξε καθηγήτρια της Μαρίας Κάλλας) τραγούδησε τη σύνθεση του Τσιτσάνη «Μαντήλι χρυσοκέντητο». Η προπολεμική τριετία, αλλά και με την Κατοχή που έζησε και δημιούργησε στη Θεσσαλονίκη ο Τσιτσάνης, ήταν οριακή όχι μόνο για το ανόθευτο λαϊκό τραγούδι που βρήκε τον κύριο εκφραστή του για μισόν αιώνα, αλλά και για τον ίδιο ο οποίος έπειτα από αρραβώνα 19 μηνών παντρεύτηκε τον Ιούλιο του 1942 τη Ζωή Σαμαρά, από τα Γρεβενά. Κουμπάρος, ο διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης Νικόλαος Μονοχουντής, προσωπικός φίλος του Τσιτσάνη, θαυμαστής του έργου του και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού: Μετά τον γάμο του ο Τσιτσάνης άνοιξε, με τον κουνιάδο του ένα ουζερί στο κέντρο της πόλης (Παύλου Μελά 22), ενώ έμενε σε απέναντι διαμέρισμα. Το ουζερί λειτουργούσε τους χειμερινούς μήνες. Τα καλοκαίρια ο Τσιτσάνης έπαιζε σε άλλες ταβέρνες, ενώ έκανε περιοδείες και στις γύρω περιοχές, όπως στη Χαλκιδική. Το 1943, πήγε και έπαιξε στην οικογενειακή ταβέρνα «Καύτσουρα του Δαλαμάγκα», όπου έγραψε το περίφημο «Μπαξέ Τσιφλίκι» κι ύστερα την «Αθηναίισσα», τις «Αραπίνες» τα «Πέριξ», το «Μπλόκο» και τη «Λιτανεία», «Στα Τρίκαλα στα δύο στενά», «Στου Αλευρά τη μάντρα» Ο ποιητής Ντίνος Χριστιανόπουλος στο βιβλίο του «Ο Τσιτσάνης και τα πρώτα τραγούδια του» επισημαίνει ότι: «Παραμένει ανεξήγητο ένα θέμα σχετικό με τη ζωή του Τσιτσάνη στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Πώς παρά τις στενές σχέσεις του με τον Μονοχουντή έγραψε το 1944, τους δύο ΕΑΜικούς ύμνους που τραγουδήθηκαν από τους αριστερούς, αλλά ποτέ δεν βγήκαν σε δίσκο. Μάλιστα, σύμφωνα με τον στιχουργό Κώστα Βίρβο, τους έπαιζε ο ίδιος ο Τσιτσάνης, κρυφά στο ουζερί του, μέχρι το 1946, που το εγκατέλειψε και γύρισε στην Αθήνα, όταν ξανάνοιξαν οι δισκογραφικές εταιρείες». Το ένα από τα δύο τραγούδια για την αντίσταση έχει τίτλο: Ζήτω το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ «Χρόνια τώρα πάνω στα βουνά της Ελλάδος τα γερά παιδιά ­ το ντουφέκι πάντα συντροφιά ­ πολεμούν για την ελευθεριά Ζήτω το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ της ΕΠΟΝ ο κάθε ήρωας Δόξα και τιμή στους τρεις εσάς... Από το 1946 αρχίζει πλέον η δεύτερη μεγάλη δημιουργική περίοδος για τον Βασίλη Τσιτσάνη, που κρατά 37 χρόνια αδιάκοπα, δηλαδή μέχρι την αρρώστια και τον θάνατό του. Τα χρόνια αυτά, κυρίως τα πρώτα 15 είναι τόσο μεστά από δημιουργικές αλλαγές, που αλλάζουν τον ρουν όχι μόνο του ελληνικού τραγουδιού, αλλά και το ύφος της διασκέδασης. Ο Τσιτσάνης συνεχίζει τον καλπασμό του και γράφει τραγούδια που γίνονται μεγάλες επιτυχίες με νέα πλέον ονόματα (Τάκης Μπίνης, Τσαουσάκης, Μπέλλου, Ντάλια, Χασκίλ, Νίνου, Χρυσάφη), αλλά και με τους παλιότερους συνεργάτες του (Στράτο Παγιουμτζή, Ιωάννα Γεωργακοπούλου), με κορυφαία στιγμή τη «Συννεφιασμένη Κυριακή». Ένα μεγάλο τραγούδι για το οποίο έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλές και διαφορετικές απόψεις. Έχουν γίνει διάφορα σχόλια, που ωστόσο απέχουν από την πραγματικότητα. Η αλήθεια είναι βέβαια ότι ο συνθέτης συνεργάσθηκε σε κάποιο από τα κουπλέ με τον εκ Λαρίσης στιχουργό Αλέκο Γκούβερη, πράγμα που επιβεβαιώνεται και σήμερα από την ΑΕΠΙ (Εταιρία Πνευματικής Ιδιοκτησίας) από την οποία εκτός των κληρονόμων του Βασίλη Τσιτσάνη, παίρνουν κάποιο αναλογούν ποσοστό, κληρονόμοι του Γκούβερη. Σε μια κουβέντα που είχαμε με τον Βασίλη Τσιτσάνη, στο καμαρίνι του στο «Χάραμα» της Καισαριανής, την παραμονή των Φώτων του 1983, μιλώντας για τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» μου είπε: «Όταν προβάρισα αυτό το τραγούδι στη Θεσσαλονίκη το φθινόπωρο του 1948, και το άκουσε ο κουμπάρος μου ο Νίκος Μουσχουντής, μου είπε: Βασίλη, αυτό το τραγούδι θα το τραγουδήσουν ακόμα και παπάδες και δεσποτάδες. Θα μείνει αιώνιο. Η μουσική που έκανα για τη "Συννεφιασμένη Κυριακή" ξεκινάει μέσα από τον δικό μου κόσμο. Ό,τι αισθάνομαι το συνθέτω, το παίζω και το τραγουδώ. Και τα λόγια του τραγουδιού δικά μου είναι. Μην ακούς τι λένε οι διάφοροι». Φαίνεται πως ο Τσιτσάνης με όσα μου είπε είχε δίκιο. Ήταν ειλικρινής. Γιατί σχεδόν τα ίδια λόγια είχε δηλώσει το 1973, στον Γιώργο Κ. Πηλιχό, σε συνέντευξή του στα «ΝΕΑ»¬, που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του «Δέκα σύγχρονοι Έλληνες». Εκτός όμως από τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», που αποτελεί ορόσημο για το κοινωνικολαϊκό τραγούδι, ο Τσιτσάνης μεταξύ 1946-1955 έγραψε εκατοντάδες ακόμη τραγούδια με κοινωνικό και ερωτικό περιεχόμενο. Δεν έφερε μόνο αλλαγές στο στούντιο, αλλά και στο πάλκο. Εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με περισσότερα έγχορδα και πνευστά. Καθιέρωσε σε μόνιμη βάση το πιάνο, με σολίστ τη συνεργάτιδά του Βαγγελιώ Μαργαρώνη, είχε για ακορντεονίστα τον Γιώργο Κουλαζήζη, ανέδειξε νέους και σπουδαίους μπουζουκτσήδες: τους Γιώργο Μανισαλή, Νίκο Τουρκάκη, Ανέστη Αθανασίου, Δημήτρη και Σπύρο Ευσταθίου, Στέλιο Μακρυδάκη, Γιάννη Σταματάκη, Σπόρο, Παπαδόπουλο, Καρνέζη, Καραμπέση. Ο Τσιτσάνης έσπασε το ταμπού που είχαν οι ρεμπέτες και οι παλιοί λαϊκοί να μη δέχονται στο πάλκο γυναίκα τραγουδίστρια. Αυτός έβαλε πλάι του, την Γεωργακοπούλου, τη Χασκίλ, την Μπέλλου και μετά τη Μαρίκα Νίνου, με την οποία έκανε το πιο δυναμικό ντουέτο της εποχής (1949-1954). Εμφανίσθηκαν για μεγάλα διαστήματα στου «Μαρίνου», «Τζίμη του Χοντρού», «Τριάνα», «Λουζιτάνια», «Ροσινιόλ». Αργότερα έδωσε εντυπωσιακό «παρών» στη δισκογραφία των 45 στροφών με τα μεγάλα ονόματα όπως: Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Γαβαλάς, Γκρέυ, Λύδια, Πάνου, Αγγελόπουλος, Σεβάς Χανούμ, Δούκισσα, Σακελλαρίου, Ντάλμα. Η μεταπολεμική δισκογραφία του Τσιτσάνη, σφραγίζεται από εκατοντάδες επιτυχίες (!) που έχουν ερμηνεύσει 103 τραγουδιστές. «Αντιλαλούνε τα βουνά», «Καβουράκι», «Το σκαλοπάτι σου», «Αχάριστη», «Οι φάμπρικες», «Ο τραυματίας», «Χωρίσαμε ένα δειλινό», «Καΐκι μου ’η Νικόλα», «Ο τσολιάς», «Τρελός Τσιγγάνος», «Κάτσε ν' ακούσεις μία πενιά», «Κάποια μάνα αναστενάζει», «Όμορφη Θεσσαλονίκη», «Εγώ πληρώνω τα μάτια π' αγαπώ», «Ζαΐρα», «Γιατί με ξύπνησες πρωί», «Της Γερακίνας γιος», «Το βαπόρι απ' την Περσία». Το 1979 στο «Χάραμα» όπου εμφανιζόταν ώς τις τελευταίες ημέρες της ζωής του, ηχογράφησε στις 33 στροφές έναν δίσκο για την UΝΕSCΟ σε ζωντανή εκτέλεση με πέντε όργανα και με σιγόντο της Ελένης Γεράνη. Για τον Βασίλη Τσιτσάνη και το έργο του, πολλά έχουν γραφεί. Του έχουν δοθεί χαρακτηρισμοί, όπως ο «Θεόφιλος της λαϊκής μουσικής», ο «Μεγάλος κλώνος του λαϊκού μας τραγουδιού», «Μεγαλοφυής συνθέτης». Όλα αυτά αποδίδουν ασφαλώς την πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που κάποιοι μικρόψυχοι προσπάθησαν να αμφισβητήσουν, για κάποια τραγούδια του. Η αλήθεια που βγαίνει μέσα από πολλά στοιχεία συνεργατών, φίλων και συναδέλφων του είναι ότι ο Βασίλης Τσιτσάνης, όχι μόνον δεν οικειοποιήθηκε εμπνεύσεις κανενός, αλλά αντίθετα χάρισε τραγούδια του, εμπνεύσεις του, σε τραγουδιστές του, όπως στον Στράτο Παγιουμτζή, τον Πρόδρομο Τσαουσάκη και άλλους. Ήταν πάγια αυτή η τακτική του. Ο θάνατος του Τσιτσάνη ανήμερα των γενεθλίων του, την 18η Ιανουαρίου 1984, στο Λονδίνο, άφησε ένα τεράστιο κενό στον χώρο της λαϊκής μουσικής, αλλά και ένα έργο μεγαλόπνοο, υποθήκη για τις επόμενες γενιές. Ήταν ένας σεμνός άνθρωπος που κεντούσε με το μπουζούκι τις εμπνεύσεις του, που έβγαιναν από τα βάθη της ψυχής του. Κατέγραψε με τον πιο μελωδικό τρόπο, με τα πιο όμορφα λόγια και ρυθμούς τις καλές και τις άσχημες στιγμές της ζωής μας. Ανέστησε με το τραγούδι του το λαϊκό αίσθημα. Ήταν ο αληθινός ζωγράφος της λαϊκής μουσικής. Όσο θα υπάρχει Ελλάδα θα υπάρχει και το έργο του Τσιτσάνη. * Ο δημοσιογράφος Πάνος Γεραμάνης είναι ερευνητής-μελετητής του ρεμπέτικου και του λαϊκού μας τραγουδιού. ΤΑ ΝΕΑ , 28-12-1999 , Σελ.: N16 Κωδικός άρθρου: A16628N161
  11. Ο Λοΐζος είχε τη δική του ιστορία... Στις 17 Σεπτεμβρίου συμπληρώνονται 20 χρόνια από το φινάλε της ζωής του Μάνου Λοΐζου. Και μια επανέκδοση σε 12 CD «ανακεφαλαιώνει» το έργο του ΧΑΡΗ ΠΟΝΤΙΔΑ Αν υπάρχει κάτι που χαρακτηρίζει στο σύνολό της τη δουλειά του Μάνου Λοΐζου είναι ότι τα περισσότερα τραγούδια του έγιναν επιτυχίες. Τραγούδια απλά, με ωραίες μελωδίες, περίεργες ενίοτε (για την εποχή τους) ενορχηστρώσεις, τραγούδια mε φρεσκάδα και αμεσότητα. Στις 17 Σεπτεμβρίου θα έχουν συμπληρωθεί 20 χρόνια από τον θάνατό του. Στις 17 Σεπτεμβρίου του 1982, ο γλυκός άνθρωπος, ο φίλος, ο συναγωνιστής, ο μελωδός πέρασε διά παντός, στα 45 του μόλις, στην αντίπερα όχθη, αφήνοντας πίσω του μια ανεκτίμητη (για το ελληνικό τραγούδι) κληρονομιά, που συνεχίζει να είναι ζωντανή, ολοζώντανη, κυρίως στο λάιβ ρεπερτόριο καθιερωμένων και νεώτερων τραγουδιστών. «Έλεγε συχνά ο Λοΐζος, μεταξύ σοβαρού και αστείου», γράφει ο Λευτέρης Παπαδόπουλος στο βιβλίο του («Μάνος Λοΐζος», Εκδόσεις Κάκτος), «είμαι σε θέση, όταν έχω κέφι, να μελοποιήσω και τον τηλεφωνικό κατάλογο». «Δεν απέχει πολύ από την αλήθεια αυτή η κουβέντα», συνεχίζει. «Ο Μάνος, όποιους στίχους έπαιρνε στα χέρια του, τους έντυνε με χρυσάφι. Κατά την άποψή μου, αυτός ο σπουδαίος δημιουργός δεν έχει αποτύχει σε κανένα τραγούδι του. Όλα του τα τραγούδια είναι επιτυχημένα. ’λλα περισσότερο και άλλα λιγότερο (...) Το να δημιουργεί κανείς εξαιρετικές μελωδίες, δεν έχει να κάνει με το αν είναι προικισμένος μουσικός. Ο Λοΐζος λίγα πράγματα γνώριζε από μουσική (μήπως γνώριζε ο Τσιτσάνης. Ήταν, όμως γεννημένος μελωδός». Γεννήθηκε το 1937 στην Αλεξάνδρεια, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια, και σε ηλικία 17 ετών ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φαρμακευτική. Φαρμακευτική βέβαια δεν σπούδασε ποτέ, ούτε Οικονομικά που δοκίμασε λίγο αργότερα. Το 1962 θα κυκλοφορήσει από τη Fidelity το πρώτο του 45άρι με τον «Δρόμο» («Ο δρόμος είχε τη δική του ιστορία...»), με ερμηνευτή τον Γιώργο Μούτσιο. Το 1962 είναι και η χρονιά της πρώτης του κοινής συναυλίας με τον Λεοντή στο «Ακροπόλ», όπου τους παρουσίασε στο κοινό ο Μίκης Θεοδωράκης. Ανήκοντας πάντα στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς κυνηγήθηκε από τη χούντα και πολλά από τα τραγούδια του λογοκρίθηκαν, με αποτέλεσμα να γνωρίσουμε μεγάλο μέρος της δουλειάς του τη δεκαετία του '70. Κάθε εμπόδιο για καλό (μπορεί να πει κανείς) και μάλλον δεν θα πέφτει πολύ έξω. Γιατί ήταν εκείνη ακριβώς την εποχή που τροφοδοτήθηκε με «νέο αίμα» η ελληνική δισκογραφία, νέους συνθέτες και νέες φωνές, που υποστηρίχθηκαν σοβαρά από τις εταιρείες τους και έδωσαν νέα ώθηση στο ελληνικό τραγούδι. Ο Μάνος Λοΐζος ανήκε, τότε, στην ευρεία παρέα της «άνοιξης» του τραγουδιού: Λευτέρης Παπαδόπουλος (που ήταν και στενός φίλος), Γιάννης Νεγρεπόντης, Δημήτρης Χριστοδούλου, Αχιλλέας Θεοφίλου (ο παραγωγός), Μανώλης Ρασούλης (στα τέλη του '70) και οι νέες φωνές, τότε, Χαρούλα Αλεξίου, Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Δήμητρα Γαλάνη, Γιάννης Καλαϊτζής συνέδεσαν την πορεία τους στον χώρο. Αθάνατα τραγούδια όπως αυτά σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου από το LΡ «Σταθμός» - «Το παλιό ρολόι», «Η δουλειά κάνει τους άνδρες»- ή από τις «Θαλασσογραφίες» - «Κόκκινο, γλυκό μου στόμα», «Δέκα παλληκάρια», «Τζαμάικα» - έχουν καταχωρηθεί στις «κλασικές» επιλογές, σε εκείνη τη βάση τραγουδιών που έδωσε χρώμα και ύφος στις δεκαετίες '60 και '70. Για να μην πούμε για στίχους όπως το «Μερτικό μου απ' τη χαρά» («Δεν θα ξαναγαπήσω») που τότε πέρασε κάπως στα... ψιλά και σήμερα μεσουρανεί στα λάιβ προγράμματα. Ή τραγούδια όπως τα «Αx χελιδόνι μου», «Καλημέρα ήλιε», «Τ' ακορντεόν», «Ο γέρο νέγρο Τζιμ», «Όλα σε θυμίζουν», «Σ' ακολουθώ» κ.ά. ΙΝFΟ Η Μinos-ΕΜΙ επανεκδίδει τη συνολική δισκογραφία του Μάνου Λοΐζου σε 12 CD: δέκα ολοκληρωμένοι δίσκοι από το 1968 μέχρι το 1980, ένα CD με σκόρπιες ηχογραφήσεις και ένα CD με τη δουλειά του πάνω σε ποίηση Ναζίμ Χικμετ, σε απόδοση Γιάννη Ρίτσου. Την επανέκδοση επιμελήθηκαν η Μυρσίνη Λοΐζου (κόρη του Μάνου Λοΐζου), ο Γιώργος Τσάμπρας και ο Πέτρος Παράσχης. Ο δε ραδιοφωνικός σταθμός Μελωδία κυκλοφορεί ένα διπλό CD με όλες τις γνωστές φωνές της εποχής μας (από Μελίνα Κανά και Χρήστο Θηβαίο μέχρι Κώστα Θωμαΐδη και Διονύση Τσακνή) με επανεκτελέσεις τραγουδιών του. ΤΑ ΝΕΑ , 07-09-2002 , Σελ.: P29 Κωδικός άρθρου: A17433P291
  12. I hope everybody here has heard Mariza Koch's job on Kavvadias' poems. If not, do listen to her, it's really worth it!
  13. Τέσσερις συναυλίες- τρεις στη Σύρο και μία στον Πειραιά - με τραγούδια του «Θ' αναστήσουμε τον Μάρκο» «Θ'αναστήσουμε τον Μάρκο με τα μπουζούκια μας και τη φωνή του Νταλάρα στη Σύρα και τη Δραπετσώνα», υποσχέθηκε ο Στέλιος Βαμβακάρης στη χθεσινή συνέντευξη Τύπου για τις εκδηλώσεις «Μάρκος Βαμβακάρης. Από τη Σύρα στον Πειραιά... 30 χρόνια μετά». Ο Γιώργος Νταλάρας, με φόντο τον Μάρκο Βαμβακάρη Δηλαδή, τις τέσσερις συναυλίες που θα δώσει στη μνήμη του Μάρκου, που γεννήθηκε στην Ανω Χώρα της Σύρου κι έζησε ώς το τέλος του στον Πειραιά, ο Γιώργος Νταλάρας μαζί με τα παιδιά του Βαμβακάρη, Στέλιο και Δομένικο, απόψε και την Κυριακή στο ιστορικό θέατρο «Απόλλων» της Σύρου, αύριο στην πλατεία «Μιαούλη» της Ερμούπολης και την Πέμπτη, 3 Οκτωβρίου, στην Ηετιώνια Πύλη, στον Αγιο Διονύση του Πειραιά. Πρόκειται για τέσσερις βραδιές που συνδιοργανώνουν -υπό την αιγίδα του υπουργείου Αιγαίου- οι Δήμοι Ερμούπολης, Νίκαιας και Δραπετσώνας και στις οποίες θα τραγουδήσουν ακόμα ο Θοδωρής Παπαδόπουλος και η Χρυσούλα Χριστοπούλου. Οι συναυλίες στον «Απόλλωνα» θα ηχογραφηθούν. Ο Γιώργος Νταλάρας, που τα τελευταία χρόνια περνά τα καλοκαίρια του στη Σύρο, έχει παραχωρήσει στο Δήμο Ερμούπολης τα έσοδα του cd για τη «διατήρηση της λειτουργίας και την κάλυψη εξόδων συντήρησης του θεάτρου», όπως μας πληροφόρησε ο δήμαρχος Γιάννης Δεκαβάλλας. «Ελάχιστα αφιερώματα, παρ' ότι πέρασαν τριάντα χρόνια από το θάνατό του, έχουν γίνει συγκριτικά με το καλλιτεχνικό μέγεθος του Μάρκου Βαμβακάρη», είπε ο πρόεδρος της «Πειραιώς Πολιτείας» Γιώργος Πανταγιάς και το διαπίστωσε κουβεντιάζοντας με τον Γιώργο Νταλάρα σε ταβέρνα κοντά στο γεφύρι του συνθέτη, στη Δραπετσώνα. «Ετσι γεννήθηκε η ιδέα γι' αυτές τις εκδηλώσεις», εξήγησε. «Ο ήχος της μουσικής του Βαμβακάρη διαπερνά το αίμα μου, με συγκινεί και με συνεπαίρνει», εξομολογήθηκε ο Νίκος Σηφουνάκης πληροφορώντας μας πως το υπουργείο Αιγαίου, του οποίου ηγείται, σκοπεύει να χρηματοδοτήσει το Μουσείο Μάρκου Βαμβακάρη στην Ανω Σύρα. Μια «παρεξήγηση» για το συνθέτη των «156 τραγουδιών στο όνομά του και ακόμα 20-25 στο όνομα φίλων του» θέλησε να λύσει ο ερευνητής του ρεμπέτικου Παναγιώτης Κουνάδης. Ο Βαμβακάρης «δεν ανήκε σε κανέναν υπόκοσμο», είπε. Ηταν το χαϊδεμένο παιδί των μεγαλοαστών της Σμύρνης, το πρώτο όνομα της ελληνικής δισκογραφίας την περίοδο '32-'37. Στην Αθήνα, όταν έβλεπαν κάποιον με μπουζούκι έλεγαν: «Να ένας ακόμα Μάρκος». «Πρέπει να παίζεις μπουζούκι για να καταλάβεις τι είναι τα τραγούδια του Βαμβακάρη», διαπίστωσε ο Γιώργος Νταλάρας. «Είμαι μια μέθη που μπαίνει μέσα σου όταν κουρδίζεις το όργανο...». Ο Βαμβακάρης τον άκουσε, διηγήθηκε, να τραγουδά τον «Κάβουρα» στα 16 του. «Μικρέ, διάλεξες ένα δύσκολο τραγούδι και το 'πες πολύ ωραία», του είπε. «Μου έδωσε πολύ θάρρος», εξομολογήθηκε ο τραγουδιστής. «Χωρίς την προτροπή του Μάρκου ίσως να μη συνέχιζα στο τραγούδι». Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, τέλος, θύμισε πως για το ελληνικό τραγούδι «ο Μάρκος είναι το δέντρο. Ο Τσιτσάνης, ο Καλδάρας, ο Μητσάκης, ακόμα κι ο Θεοδωράκης είναι τα κλαριά...». Η Εισιτήρια για τη συναυλία στην Ηετιώνια Πύλη προπωλούνται στα Μετρόπολις, στο Ticket House και σε ειδικό κιόσκι στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Μ.ΒΛ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 27/09/2002
  14. Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου: «Εγώ γράφω και πουλώ...» Με τη μοναδική μαστόρισσα στίχων του λαϊκού τραγουδιού Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου (1896-1972) το περιοδικό «Echo arti» εγκαινιάζει από το νέο τεύχος του τη μουσική βιβλιοθήκη του. Ητοι την έκδοση βιογραφιών Ελλήνων δημιουργών που σφράγισαν την εποχή τους και τον αιώνα που πέρασε. Βιογραφίες που συνοδεύονται από ένα cd με αντιπροσωπευτικά τραγούδια της δουλειάς τους. Ενα τεύχος - αφιέρωμα «Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από εκεί και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή αν δεν θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω, υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως από διάφορα δικαιώματα, απαρνούμαι τα πνευματικά μου τέκνα». Γοητευτική, ατίθαση, προικισμένη, μποέμισσα, ψυχοπονιάρα, χαρτοπαίκτρα, πικραμένη και φτωχή στα γηρατειά της, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου με τις «σταυροβελονιές» των στίχων της τραγουδήθηκε από χιλιάδες, για να μην πούμε εκατομμύρια Ελληνες. Και μόνο για το «Δυο πόρτες έχει η ζωή» που έγραψε σε μουσική κι ερμηνεία Στέλιου Καζαντζίδη, γι' αυτό το «διαμάντι» καρδιακής φιλοσοφίας για τη ζωή και το θάνατο, έχει περάσει στην Ιστορία. Ο Μάνος Ελευθερίου αναφέρει μεταξύ άλλων στον πρόλογο αυτής της μίνι βιογραφίας: Είναι γνωστό ότι τα τραγούδια της τα πουλούσε για ελάχιστα χρήματα, όπως ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης (Τσάντας). Το κακό είναι ότι πουλούσε τραγούδια και σε άθλιους στιχουργούς που είχαν μια οικονομική επιφάνεια και καμώνονταν τους σπουδαίους... Κατόρθωσε το τρελό: να συνδυάσει ερωτικό και κοινωνικό τραγούδι σε τρία τετράστιχα. Ισως αυτό ήταν και η αποθέωσή της και ίσως το μυστικό της επιτυχίας της, κάτι που πολύ αργότερα το «δανείστηκαν» αρκετοί. Τη διαδρομή της ζωής της καταγράφει ο Γιώργος Τσάμπρας. «Μια ζωή σαν μυθιστόρημα -με έρωτες, θανάτους, εξάρσεις και καημούς». Μικρασιάτισσα προσφυγοπούλα, δούλεψε αρχικά δασκάλα και μετά τα παράτησε για να γίνει ηθοποιός (με Κοτοπούλη, Μαυρέα, Κοκκίνη αλλά και με μπουλούκια). Παντρεύτηκε δύο φορές κι απέκτησε δύο κόρες από τον πρώτο της γάμο. Στις αρχές του '50 θα κάνει τις πρώτες τις επιτυχίες με τον Τσιτσάνη: «Στρώσε μου να κοιμηθώ», «Τα καβουράκια», «Είμαστε αλάνια». Θα συνεργαστεί με τους Καζαντζίδη («Μαντουμπάλα», «Είσαι η ζωή μου»), Καλδάρα («Ονειρο απατηλό», Πετραδάκι-πετραδάκι»), Χιώτη («Ηλιοβασιλέματα») Χατζιδάκι («Είμαι αητός χωρίς φτερά»), Ξαρχάκο («Τι έχει και κλαίει το παιδί») κ.ά. Τραγούδια αρκετά, που θα ερμηνεύσουν οι Καζαντζίδης, Μπιθικώτσης, Μαίρη Λίντα, Καίτη Γκρέι, Γιώτα Λύδια, Μανώλης Αγγελόπουλος, Βίκυ Μοσχολιού, Σταμάτης Κόκοτας, Μιχάλης Μενιδιάτης, Αντώνης Ρεπάνης, κ.ά. Σ' αυτό το τομίδιο βιογραφίας υπάρχουν αρκετά αποσπάσματα από παλιότερες συνεντεύξεις της, μια αποτίμηση του έργου της από τον Νίκο Μωραΐτη όπως και οι γνώμες πέντε στιχουργών για κείνη (Θοδωρής Γκόνης, Αρης Δαβαράκης, Οδυσσέας Ιωάννου, Λίνα Νικολακοπούλου, Ισαάκ Σούσης) και βεβαίως όλη η δισκογραφία της αναλυτικά, όπως και μελοποιημένα τραγούδια της που βγήκαν μετά θάνατον και επιμελήθηκαν οι Κραουνάκης, Λιδάκης, Χατζηδουλής, Στεφανάκης, Γκρους. Ενδιαφέρον έχει και μια συνέντευξη με τη δεύτερη της κόρη Καίτη Πολυζωγοπούλου (η πρωτότοκη Μαίρη Λαΐδου πέθανε όσο ζούσε η Ευτυχία και λέγεται ότι γι' αυτήν έγραψε το «Δυο πόρτες έχει η ζωή»). Λέει μεταξύ άλλων για τη μητέρα της: «Ηταν αγαπησιάρα, όμορφη, καλομαθημένη, πεισματάρα, πολύ καλός άνθρωπος, "παλαβιάρα"... Οποιος της έλεγε "Ευτυχία, δεν έχω να φάω" ή "να πληρώσω το νοίκι μου", ό, τι είχε πάνω της το 'δινε». Το cd που συνοδεύει τη βιογραφία της Παπαγιαννοπούλου περιέχει τραγούδια όπως «Τι έχει και κλαίει το παιδί», «Λίγο λίγο θα με συνηθίσεις», «Ρίξε στο γυαλί φαρμάκι», «Στ' Αποστόλη το κουτούκι», «Μου σπάσανε τον μπαγλαμά», κ.ά. Γ.Ε.Β. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 14/10/2002
  15. 30 χρόνια χωρίς Tζουανάκο Π.Α.Γ. Σταύρος Τζουανάκος H συμπλήρωση 20ετίας από τον θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη είναι ένα γεγονός για τα μουσικά και γενικά τα πολιτιστικά μας πράγματα. Όμως οι άνθρωποι του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού δεν ξεχνούν κι έναν άλλον λαϊκό καλλιτέχνη, τον Σταύρο Τζουανάκο, που έκλεισε, αυτές τις ημέρες, 30 χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή. Είχε πεθάνει ξαφνικά στη Φλώριδα σε ηλικία 51 ετών αφήνοντας πλούσιο και ποιοτικό έργο, με 100 και πλέον λαϊκά τραγούδια, που τραγουδάμε μέχρι σήμερα και δυστυχώς οι νεώτερες γενιές αγνοούν τον δημιουργό τους: «Λίγα ψίχουλα αγάπης σου γυρεύω», «Μάγισσες φέρτε βότανα», «Ένας διαβάτης», «Σταλαγματιά, σταλαγματιά», «Ο μαχαραγιάς». Τα 30 χρόνια απουσίας του Σταύρου Τζουανάκου από τη μουσική σκηνή του ρεμπέτικου αποτελούν ένα τεράστιο κενό που καλύπτουν ώς ένα μέρος τα όμορφα τραγούδια του. Ο Τζουανάκος υπήρξε ένας σημαντικός και ολοκληρωμένος λαϊκός καλλιτέχνης: στιχουργός, συνθέτης, τραγουδιστής και έξοχος σολίστ του μπουζουκιού. Ήταν από τους στυλοβάτες του είδους, τους ανθρώπους που έχουν δώσει την ψυχή τους για το λαϊκό τραγούδι. ΤΑ ΝΕΑ , 12-01-2004 , Σελ.: P22 Κωδικός άρθρου: A17837P224 ID:398380
  16. A very nice link about this very important rebetis ("Apovradis ksekinhsa", "Zousa monaxos xwris agaph", "Kapnourlou mou omorfh" etc...) http://www.angelfire.com/music2/rebetiko/gkogkos.htm
  17. ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ «’λλο τραγούδι ψυχής κι άλλο από κομπιούτερ» Για τα 50 χρόνια προσφοράς στο λαϊκό τραγούδι, η γενέτειρά της Πάτρα τιμά την Πόλυ Πάνου σε δύο εκδηλώσεις ΠΑΝΟΣ ΓΕΡΑΜΑΝΗΣ «Τα μεγάλα τραγούδια του '50 και του '60, που είπαμε εμείς οι παλιότεροι, λειτουργούν με την ίδια επιτυχία και σήμερα, άσχετα βέβαια αν οι σημερινοί τραγουδιστές μπορούν να τα ερμηνεύσουν σαν εμάς. Δεν τους λείπει μόνον η τεχνική, αλλά κυρίως το αίσθημα», λέει η Πόλυ Πάνου «Τα μουσικά χρώματα της εποχής του '50 και του '60 παραμένουν ανεξίτηλα και κάνουν πιο όμορφο το σημερινό άχαρο μουσικό τοπίο, πράγμα που επιβεβαιώνεται καθημερινά τα τελευταία χρόνια, με επανεκτελέσεις (καλές έως πολύ κακές) τραγουδιών που αναδείξαμε σε μεγάλες επιτυχίες οι τραγουδιστές της γενιάς μου». Λόγια απλά κι αληθινά από την Πόλυ Πάνου, τη σημαντική λαϊκή τραγουδίστρια, που αυτές τις ημέρες συμπληρώνει 50 χρόνια αδιάκοπης και δημιουργικής παρουσίας στον χώρο και στον κόσμο του λαϊκού τραγουδιού. Γι' αυτή την προσφορά της ο Δήμος της Πάτρας (της πόλης όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε) την τιμά με δύο εκδηλώσεις, απόψε και αύριο. «Τι άλλο από μεγάλη συγκίνηση θα μπορούσα να νιώθω αυτήν τη στιγμή, για τη μεγάλη τιμή που μου κάνει η πόλη μου, η ιδιαίτερη πατρίδα μου, η Πάτρα, λέει στα «ΝΕΑ» η Πόλυ Πάνου. Και θυμάται τα παιδικά της χρόνια και το αναπάντεχο ξεκίνημά της στο λαϊκό τραγούδι, όταν τελείωνε το δημοτικό σχολείο, μόλις είχε συμπληρώσει τα 12 χρόνια της, όταν την ανακάλυψε ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, το φθινόπωρο του 1952. Η συνάντηση του μεγάλου λαϊκού τροβαδούρου με το «παιδί-θαύμα» έγινε ξαφνικά. Η μικρή Πολυτίμη Κολοπάνα (το πραγματικό της ονοματεπώνυμο) είχε λάβει μέρος σ' έναν διαγωνισμό τραγουδιού νέων ταλέντων στην Πάτρα. «Σ' έναν διαγωνισμό τραγουδιού νέων ταλέντων, βγήκα πρώτη ανάμεσα σε 262 παιδιά! Το βραβείο που μας έδωσαν ήταν κάτι παιχνίδια, κατσαρόλες και τηγάνια, που είχαν σχέση με κουζίνα. Με πολλή χαρά τα πήγα στο σπίτι, στη μητέρα μου, όπου μια περίμενε με μεγάλη έκπληξη. Βρήκα εκεί τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ο οποίος βρισκόταν τότε στην Πάτρα και έπαιζε με το συγκρότημά του στην "Αλάσκα" (ταβέρνα του Μαρούδα). Κάποιο βράδυ όμως, αποχώρησε από το συγκρότημά του η τραγουδίστρια που είχε μαζί του, η Εβελίνα. Τότε, ένας κουρέας τού πρότεινε να έρθει στο σπίτι μου, στα Ψηλά Αλώνια, να με ακούσει. Ο Γρηγόρης αντέδρασε, λέγοντας "εγώ θέλω τραγουδίστρια πάλκου κι όχι κοριτσάκι του δημοτικού σχολείου". Τελικά ήρθε στο σπίτι, με άκουσε, ενθουσιάστηκε και με τη συγκατάθεση των γονιών μου με πήρε στην ταβέρνα, όπου τραγουδούσα και ο κόσμος με καταχειροκροτούσε». Το φθινόπωρο του 1952, η 13χρονη Πολύ Πάνου αφήνει τη σχολική της τσάντα στην Πάτρα και ανεβαίνει, με τους γονείς της, στην Αθήνα. Ο Μπιθικώτσης την αναλαμβάνει πλέον σαν δικό του παιδί, και της δείχνει τα πρώτα δύσκολα βήματα στο λαϊκό τραγούδι. Η αρχή στο πάλκο έγινε από το κέντρο «Ζούγκλα» της οδού Φαβιέρου, όπου εμφανιζόταν ο Μπιθικώτσης. Και ύστερα την οδήγησε στο studio, για να φωνογραφήσει τον πρώτο της δίσκο σε μια δική του σύνθεση: «Πήρα τη στράτα την κακιά». Η Πόλυ Πάνου όμως προχωράει τα επόμενα χρόνια και κάνει μεγάλες επιτυχίες με τραγούδια που της εμπιστεύθηκαν, μεταξύ 1953-1956, ο Γιώργος Ζαμπέτας («Να πας να πεις της μάνας σου»), ο Μητσάκης («Το αίμα νερό δεν γίνεται»), ο Χρυσίνης («Ζούμε στην παρανομία»). Από το 1965 μέχρι σήμερα η Πόλυ Πάνου συνεχίζει να τραγουδάει σε δίσκους (με μεγάλη επιτυχία) και σε κέντρα λαϊκά και ευπρόσωπα που έχουν το κλίμα και το άρωμά της «Χρυσής Εποχής» του λαϊκού τραγουδιού. Εκφράζει όμως και τη γνώμη της για το τραγούδι σήμερα: «Πιστεύω ότι πρέπει να είμασε μέσα σ' όλες τις εποχές, φτάνει να μη χάσουμε την ταυτότητά μας. Πάντως, τα γεγονότα, σήμερα, δείχνουν ότι τα μεγάλα τραγούδια του '50 και του '60, που είπαμε εμείς οι παλιότεροι, λειτουργούν με την ίδια επιτυχία και σήμερα, άσχετα βέβαια αν οι σημερινοί τραγουδιστές μπορούν να τα ερμηνεύσουν σαν εμάς. Δεν τους λείπει μόνον η τεχνική, αλλά κυρίως το αίσθημα. Αλλιώς τραγούδησα εγώ, τα "Λιμάνια", "’λλα μου λέν' τα μάτια σου", "Το δαχτυλίδι", "Ένα σφάλμα έκανα", "Φέρτε μια κούπα με κρασί", "Τι σου 'κανα και πίνεις" και εντελώς διαφορετικά τ' ακούς σήμερα. Σημασία έχει και μου προκαλεί μεγάλη ικανοποίηση ότι αυτά τα τραγούδια, που τα είπα και έκανα επιτυχίες πριν από 40, 30 ή 20 χρόνια, τα ξανακάνουν επιτυχία και οι νεώτεροι. Κι αυτό με ικανοποιεί διπλά. Όμως είναι άλλο ν' ακούς αυτά τα τραγούδια στην αρχική τους μορφή και άλλο να τ' ακούς από κομπιούτερ...». Η χρυσή δεκαετία και το... μπαράζ Τη δεκαετία 1955-65, η Πόλυ Πάνου αναδείχθηκε χρόνο με το χρόνο σε κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια, με μπαράζ ηχογραφήσεων σε τραγούδια που της έδιναν οι κορυφαίοι δημιουργοί: Τσιτσάνης, Χιώτης, Παπαϊωάννου, Δερβενιώτης, Καλδάρας, Μπακάλης, Παπαγιαννοπούλου, Βίρβος, Μάνεσης. Αποκορύφωμα της επιτυχίας οι ερμηνείες της: «Πάρε το δαχτυλίδι μου», «’λλα μου λέν' τα μάτια σου», «Της ταβέρνας το ρολόι», «Φέρτε μια κούπα με κρασί», «Τ' αδέρφια δεν χωρίζουνε», «Ένα σφάλμα έκανα», «Τα λιμάνια». Παράλληλα κρατάει μόνιμα θέση σαν κορυφαία στο λαϊκό πάλκο στα κέντρα «Φαληρικόν», «Τζίμης ο Χονδρός», «Τριάνα», «Κουλουριώτης», «Λουζιτάνια». ΙΝFΟ Τιμητική εκδήλωση και απονομή πλακέτας στην Πόλυ Πάνου, στο αίθριο Παλαιού Νοσοκομείου Πάτρας. Αύριο, στις 9, συναυλία με τους Πόλυ Πάνου, Μιχάλη Μενιδιάτη, Χριστίνα Μαραγκόζη, Μάριο και Κώστα Σκόνδρα, στο Θέατρο Κάστρου Πάτρας. ΤΑ ΝΕΑ , 03-09-2002 , Σελ.: P21 Κωδικός άρθρου: A17429P211
  18. ΔΙΚΤΥΟ Ήθος στο τραγούδι Π.Α.Γ. (Panos Geramanis) Ανήκει στους πρωτοπόρους του νέου κύματος και του ποιοτικού τραγουδιού και δίνει, ακόμη και σήμερα, τη μάχη του ο Γιώργος Ζωγράφος. Ετοιμάζεται να εμφανιστεί σε μπουάτ, όπως παλιά. Είναι ένας από τους ρομαντικούς που επιμένουν στο ήθος και την αξιοπρέπεια του χώρου που υπηρέτησαν επί δεκαετίες. ’ρχων στον χώρο της μπουάτ ο Ζωγράφος, δίχως εφέ και ρεκλάμες, θα δώσει και αυτήν τη χειμερινή σεζόν τη δική του μάχη στους πιο μελωδικούς τόνους. ΤΑ ΝΕΑ , 09-11-2002 , Σελ.: P30 Κωδικός άρθρου: A17486P305
  19. A picture of Apostolos Hatzihristos (Smyrni 1901 - Athina 1959), composer of "Paraponiariko mou", "O Zorikos" and "O Kaixis" (great, great composer, great great voice):
  20. Μουσικός πλούτος... Π.Α.Γ. [Panos Geramanis] Γιάννης Παπαϊωάννου Η συμπλήρωση 30 χρόνων από τον θάνατο του λαϊκού καλλιτέχνη Γιάννη Παπαϊωάννου (που έχασε τη ζωή του σε τροχαίο τον Αύγουστο του 1972) δημιουργεί σήμερα σκέψεις και συναισθήματα για την κατάσταση όπου βρίσκονται το ελληνικό τραγούδι, οι δημιουργοί του, η λαϊκή διασκέδαση και ο λαϊκός μουσικός πολιτισμός. Μπορεί ο αείμνηστος και έξοχος λαϊκός συνθέτης και σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού να λείπει από κοντά μας εδώ και τρεις δεκαετίες. Υπάρχουν όμως δεκάδες, εκατοντάδες τραγούδια του που αποτελούν όαση στους παγετώνες της σύγχρονης ελληνικής μουσικής πραγματικότητας. Δεν υπήρξε και δεν υπάρχει ακόμη και τώρα ούτε στιγμή που να μην ακουστούν γνωστές μελωδίες και λόγια από τις συνθέσεις του Γιάννη Παπαϊωάννου. Εκτός από την ανάγκη ν' ακούγονται αυτά τα μουσικοποιητικά λαϊκά αριστουργήματα στο πάλκο και στις σκηνές μικρών ή μεγάλων λαϊκών κέντρων, είναι πολλοί οι τραγουδιστές του καιρού μας που εντάσσουν στο δισκογραφικό τους ρεπερτόριο και σε άλλες εμφανίσεις τους γνωστές αθάνατες λαϊκές επιτυχίες του Γιάννη Παπαϊωάννου. ... γεμάτος φως! Ο κατάλογος με τις επιτυχίες εκείνες είναι πολύ μεγάλος: «Φαληριώτισσα», «Μοδιστρούλα», «Βαγγελίτσα», «Καπετάν Αντρέα Ζέππο», «Πριν το χάραμα», «Ο Περικλής», «’νοιξε, άνοιξε», «Κάνε κουράγιο, καρδιά μου», «Σβήσε το φως να κοιμηθούμε», «Πειραιώτισσα», «Η νοσοκόμα» και δύο εκατοντάδες ακόμα αυθεντικά λαϊκά τραγούδια σφραγίζουν τη μουσική αλήθεια επί ολόκληρες δεκαετίες, αλλά το σπουδαιότερο πράγμα είναι ότι αντέχουν και περνούν το 2000. Ο Γιάννης Παπαϊωάννου ήταν πηγαίος λαϊκός καλλιτέχνης και ταυτόχρονα σεμνός άνθρωπος. Τα γεγονότα που ζούσε τα έκανε τραγούδια. ’γγιζαν τις ευαισθησίες του, τις χορδές της ψυχής του και περνούσαν άμεσα στις χορδές του μπουζουκιού του. Έτσι γεννήθηκαν οι μελωδίες του που τις έκανε ρυθμούς (ζεϊμπέκικους, χασάπικους, συρτούς, καλαματιανούς, καρσιλαμάδες) και τις τραγούδησαν οι μεγαλύτερες φωνές όλων των εποχών: Στράτος Παγιουμτζής, Δημήτρης Περδικόπουλος, Οδυσσέας Μοσχονάς, Θανάσης Ευγενικός, Νίκος Καλλέργης, Σωτηρία Μπέλλου, Ρένα Ντάλια, ’ννα Χρυσάφη, Πρόδρομος Τσαουσάκης, Στέλιος Καζαντζίδης, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου, Γιώτα Λύδια και δεκάδες νεαροί τραγουδιστές. Τριάντα χρόνια χωρίς τον Παπαϊωάννου, αλλά με τόσο σημαντικό έργο που εκπέμπει μια λάμψη και φωτίζει ακόμη τους μουσικούς δρόμους που έχουν γεμίσει με λάσπη και σκουπίδια από την άνοστη μουσική του εμπορίου και της ψυχρής τεχνολογίας. Το έργο του Παπαϊωάννου αποτελεί το σημαντικό στοιχείο διδαχής. ΤΑ ΝΕΑ , 12-08-2002 , Σελ.: P16 Κωδικός άρθρου: A17411P163
  21. Aristidis Moschos, the great santouri player, died one year ago. Here's a tribute to him I found in today's ELEFTHEROTYPIA. Στη μνήμη του Αριστείδη Μόσχου Ενας θησαυρός που έμεινε ανεκμετάλλευτος Σε ήχους ελληνικούς ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ Προχθές συμπληρώθηκε ένας χρόνος από τότε που σίγησε για πάντα το σαντούρι του Αριστείδη Μόσχου. Τα λίγα λόγια που ακολουθούν είναι -εκτός από ελάχιστη τιμή στη μνήμη του- και μια ευκαιρία να «ξανακούσουμε» όχι ακριβώς το παίξιμό του αλλά το μήνυμα που εξέπεμπαν το πάθος του, το έργο του, και το παράδειγμά του. Ο Αριστείδης Μόσχος, όπως και πολλοί άλλοι συνάδελφοί του, ήταν περισσότερο αξιόλογος μουσικός από όσο οι μηχανισμοί προβολής, και με τη σειρά της η κοινή γνώμη, είχαν αναγνωρίσει. Εννοείται ότι δεν αναφερόμαστε σε κάποια αναγνώριση σχετική με το υλικό όφελος ή με τη φήμη. Πρόκειται για κάτι άλλο που, εδώ και ενάμιση περίπου αιώνα, η ελληνική κοινωνία αδυνατεί να εντοπίσει και να εκτιμήσει την πραγματική του φύση, την αξία και τις διαστάσεις του. Το γεγονός δηλαδή, ότι η μουσική που μας κληροδοτεί η παράδοση δεν είναι ένα γραφικό λείψανο του παρελθόντος, κατάλληλο για μουσειακές αναπαραστάσεις και πατριωτικές εορταστικές εκδηλώσεις, αλλά πρωτίστως ένα υλικό που έχει -εκτός από ιστορική, λαογραφική, κοινωνική- και μεγάλη καλλιτεχνική αξία. Οι μεγάλες τεχνικές ικανότητες που είχε ως μουσικός τού επέτρεπαν να προσεγγίζει με άνεση το υλικό που διαχειριζόταν. Η άνεση αυτή, για κάθε ερμηνευτή που καταφέρνει να νικήσει τον πειρασμό του εντυπωσιασμού και να υπερβεί τον αυτοθαυμασμό, λειτουργεί με τρόπο λυτρωτικό για τη σκέψη και γονιμοποιεί τη φαντασία και την ερευνητική διάθεση που, έτσι κι αλλιώς, παρέπονται, τόσο στη δημιουργία όσο και στην εκτέλεση της μουσικής. Από την άποψη αυτή, ο Αριστείδης Μόσχος μπορούσε να κάνει τον ακροατή του να νιώσει πως η παραδοσιακή μουσική δεν είναι μια άλλη τέχνη που χρειάζεται άλλες συνθήκες τέλεσης και ειδικούς ακροατές. Ηταν ένας μουσικός που γνώριζε, εκ πείρας, πως αν η δημοτική μουσική μάς κληροδοτεί κάτι αξιόλογο που ενδιαφέρει τη μουσική ως τέχνη και μάλιστα τέχνη σύγχρονη, αυτό πρέπει να αναζητηθεί όχι στη γραφικότητα αλλά στην τέχνη των γνήσιων φορέων της. Στον ιδιαίτερο προσωπικό τρόπο με τον οποίο κάθε τεχνίτης υλοποιεί τη μουσική, δηλαδή στην ερμηνεία, διότι εκεί υπάρχουν ιδιαιτέρως σημαντικά στοιχεία όπως είναι η αντίληψη περί μελοποιίας ή περί αυτοσχεδιασμού, δηλαδή περί της ίδιας της δημιουργίας. Στοιχεία που έχουν τη θαυμαστή ιδιότητα να έρχονται μεν από πολύ μακριά, αλλά να αφορούν το σήμερα, καθώς οι άνθρωποι που τα ζωντανεύουν αλλά και οι άνθρωποι που συγκινούνται από την ενέργεια αυτή είναι επίσης σημερινοί. Είχα την τύχη να συνομιλήσω πολλές φορές με τον Αριστείδη Μόσχο και να καταγράψω πολλές -πλην των βιογραφικών- αναφορές, σκέψεις και εκτιμήσεις του σχετικά με όλα αυτά. Σε μια τέτοια συνομιλία, το 1980, μου εκμυστηρεύτηκε πως ένα από εκείνα που ονειρευόταν να πραγματοποιήσει, πριν να πεθάνει, ήταν η δημιουργία ενός δικού του χώρου διδασκαλίας όπου θα μπορούσε να μαθαίνει σε νέους ανθρώπους την τέχνη των λαϊκών οργάνων, καθώς και το να δίνει συναυλίες με τους μαθητές του. Η ζωή τον έκανε να δει και τα δύο να πραγματοποιούνται. Ωστόσο αυτό δεν αποτελούσε ούτε το όλον ούτε και το ουσιώδες που θα μπορούσε (ή και που ο ίδιος κατά βάθος περίμενε) να του αναγνωριστεί. Ενας κορυφαίος, ένας εκ των πραγμάτων σπουδαίος ερμηνευτής και ταυτόχρονα σπάνιος φορέας της μουσικής παράδοσης του τόπου δεν μπορεί να αισθανθεί δικαιωμένος μόνο με το να τιμάται ως δάσκαλος. Παρά το ότι η κοινωνία αλλά, με κάποιο τρόπο, και η Πολιτεία στράφηκαν με ενδιαφέρον προς τον Αριστείδη Μόσχο, δεν πέτυχαν πάντως ούτε να αντλήσουν ούτε βέβαια και να εκμεταλλευτούν τον πραγματικό θησαυρό που έφερε αυτός μέσα του. Οπως ακριβώς δεν το έκαναν και με άλλους προικισμένους μουσικούς όπως ο Νίκος Στεφανίδης (κανονάκι), ο Νίκος Παπαβραμίδης (λύρα Πόντου), ο Βασίλης Σούκας (σαντούρι και κλαρίνο) κ.ά. που έφυγαν παίρνοντας μαζί τους τις κατακτήσεις τους. Πολλοί μίλησαν και μιλούν για τη δεξιοτεχνία του Αριστείδη Μόσχου σαν το κυριότερο προτέρημά του. Αλλά η δεξιοτεχνία είναι μέσο και όχι σκοπός. Το ακροατήριο εντυπωσιάζεται από τα εξωτερικά επιδέξια κατορθώματα των μουσικών, που φαντάζουν ταχυδακτυλουργοί. Κι αυτός ο εντυπωσιασμός εξωθεί τους μουσικούς σ' ένα δρόμο που οδηγεί στον πρωταθλητισμό και από εκεί, συχνά, στο τσίρκο. Ο μεγάλος Παγκανίνι υποχρεώθηκε να σπάσει επίτηδες δύο και τρεις χορδές του βιολιού του επί σκηνής για να δει το κοινό και να «εκτιμήσει» ότι μπορεί να κάνει τα πάντα και με μία χορδή. Ας μη γελιούνται ούτε οι μουσικοί ούτε οι ακροατές: η δεξιοτεχνία για τον πραγματικό ερμηνευτή είναι απλώς αυτονόητη. Είναι κανονική και απαραίτητη κατάκτηση και όχι ουρανόπεμπτο δώρο. Ο Αριστείδης Μόσχος ήταν ένας από τους σπάνιους εκείνους μουσικούς που είχε την, κατά τεκμήριο, δεξιοτεχνία του υπό το έλεγχο των απαιτήσεων της ερμηνείας. Τη χρησιμοποιούσε δηλαδή όταν του χρειαζόταν για τις ανάγκες της έκφρασης και όχι για απλό εντυπωσιασμό. Αυτή ήταν μία από τις αρετές του. Μια άλλη, σπουδαιότερη, ήταν η γνώση που είχε κατακτήσει σχετικά με την ιδιωματική φύση, το χαρακτήρα και το πνεύμα του πολύμορφου και πολυειδούς μουσικού υλικού καθώς και η δημιουργική στάση απέναντι σ' αυτό. Μια γνώση που ήρθε ως αποτέλεσμα της πολύχρονης τριβής με το αντικείμενο αυτό, της παρατηρητικότητας, μιας φυσικής ανησυχίας και ερευνητικότητας που τον χαρακτήριζε. Αυτή τη γνώση κυρίως χάσαμε με το θάνατό του, καθώς παρά την πλούσια δισκογραφία του, παρά το ενδιαφέρον διαφόρων φορέων και της Πολιτείας, ουδέποτε κατεγράφη. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 11/12/2002
  22. Ο Σουγιούλ των 750 τραγουδιών «Ας ερχόσουν για λίγο, μοναχά για ένα βράδυ...» και ήταν όλοι εκεί για να σιγοτραγουδήσουν τις μουσικές του Μιχάλη Σουγιούλ, σε μια συναυλία-αφιέρωμα στο σπουδαίο συνθέτη της παλιάς Αθήνας, που πραγματοποιήθηκε προχθές το βράδυ στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Μιχάλης Σουγιούλ Η Δημοτική Αθηναϊκή Χορωδία και Μαντολινάτα Εξαρχείων-Νεαπόλεως «Ο Διονύσιος Λαυράγκας» ανέλαβε, υπό τη διεύθυνση του μαέστρου Θεμιστοκλή Σερμιέ, τα όργανα και το χορωδιακό κομμάτι συνοδεύοντας τους σολίστ της ΕΛΣ Μαρία Γουρνιά (σοπράνο), Βάγια Κωφού (μέτζο), Γιώργο Σαμαρτζή (τενόρος), καθώς επίσης τους Μπάμπη Τσέρτο και Νατάσα Μανίσαλη στο τραγούδι. «Πρόκειται για ένα μικρό αφιέρωμα στον Μιχαλάκη, που στην πράξη απέδειξε ότι η μουσική είναι μία και ενιαία, αλλά βασικά ένα αφιέρωμα στον ίδιο μας τον εαυτό, όσες γενιές είμαστε τώρα εδώ μέσα», προλόγισε την εκδήλωση ο πρόεδρος της Χορωδίας, Ανδρέας Μαζαράκης, ενώ στη συνέχεια για τον πατέρα της μίλησε η Ηρώ Σουγιούλ, που μαζί με τις αδελφές της Μαρία και Αλίκη έδωσαν το «παρών», παραλαμβάνοντας επιπλέον τιμητική πλακέτα για το σύνολο του έργου του. Από τη σύντομη αναφορά στη ζωή του Σουγιούλ αξίζει να συγκρατήσει κανείς ότι ο Κωνσταντινουπολίτης στην καταγωγή συνθέτης υπήρξε αυτοδίδακτος μουσικός, έγραψε συνολικά 750 τραγούδια σε όλα τα στιλ, αλλά και για το θέατρο και τον κινηματογράφο, καθιέρωσε το μουσικό στιλ του αρχοντορεμπέτικου και οι μεγαλύτερες επιτυχίες του γράφτηκαν στο πόδι, όπως ο ίδιος έλεγε. «Τρα λα λα», «Αχ ας γυρίζαν τα χρόνια τα παλιά», «Μπιρμπίλω», «Ασε τον παλιόκοσμο να λέει», «Ασ' τα τα μαλλάκια σου» και το πρώτο μέρος της συναυλίας έχει ολοκληρωθεί μέσα σε κλίμα νοσταλγίας για τους ακροατές, στην πλειονότητά τους απόγονοι των εποχών του Σουγιούλ. Πιο «λαϊκό» το δεύτερο μέρος με «Φεριχά», «Χαράμι», «Μονά-Ζυγά», «Αν έχεις τύχη διάβαινε» (ρεμπέτικο) και «Αθήνα και πάλι Αθήνα» με τα παλαμάκια στους ρυθμούς των τραγουδιών να γίνονται πιο δυνατά. Ντράγκα ντρουγκ το καμπανάκι από «Το τραμ το τελευταίο», με όλους τους συντελεστές επί σκηνής και το κοινό όρθιο, σήμανε τη λήξη της όμορφης μουσικής βραδιάς. Να αναφέρουμε, τέλος, ότι η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα του Δήμου Αθηναίων και παρέστησαν πολλοί εκπρόσωποι του πολιτικού και καλλιτεχνικού κόσμου. Δ.ΒΓ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 02/04/2003
  23. ΔΟΜΝΑ ΣΑΜΙΟΥ «Η Μικρά Ασία ήταν το παραμύθι μου» Η βραδιά μνήμης για τη μικρασιατική τραγωδία στο Μουσείο Μπενάκη είναι η αφορμή για την «επιστροφή» της τιμώμενης (στην ίδια εκδήλωση) Δόμνας Σαμίου στα μέρη των γονιών της ΧΑΡΗ ΠΟΝΤΙΔΑ «Τίποτ' άλλο δεν άκουγα απο παιδάκι παρά για την πατρίδα των γονιών μου. Η Μικρά Ασία ήταν για μένα το παραμύθι μου», λέει η Δόμνα Σαμίου «Δεν είναι αυγή να σηκωθώ/ να μην αναστενάξω/ να γύρω στο προσκέφαλο/ κι από καρδιάς να κλάψω...». Δεν είναι περίεργο που η κουβέντα μας ξεκινάει με τραγούδι. Τι να τις κάνει τις περιγραφές και τις αναλύσεις τη στιγμή που ο στίχος είναι τόσο εύγλωττος; Εκδήλωση Μνήμης στο Μουσείο Μπενάκη για τα ογδόντα χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και η Δόμνα Σαμίου θα είναι εκεί για να θυμίσει τραγούδια από τις χαμένες πατρίδες. Το αφιέρωμα, εκτός από τραγούδι, περιλαμβάνει και προφορικές μαρτυρίες προσφύγων, κυρίως γυναικών, που συγκέντρωσε και θα διαβάσει η ερευνήτρια-λαογράφος Μιράντα Τερζοπούλου. Η Δόμνα Σαμίου θα σχολιάζει... τραγουδιστικά «έχοντας επιλέξει τραγούδια που θα λειτουργούν σαν γέφυρες μεταξύ των κειμένων». Καθώς η κουβέντα εξελίσσεται η Δόμνα Σαμίου τραγουδάει. Οι στίχοι μπλέκουν φυσικά μέσα στη συζήτηση, το τραγούδι φτάνει με τη διαύγεια νερού στην άλλη πλευρά της γραμμής. Ώρες ώρες λέει ότι κουράζεται να τρέχει διαρκώς και ακαταπαύστως από εκδήλωση σε εκδήλωση, αλλά την επόμενη κι όλας στιγμή η φωνή της αποκτάει άλλου είδους ζωντάνια όταν μιλάει για τη βραδιά που ετοίμασε πέρυσι το καλοκαίρι στο Ηρώδειο (με τα 12 παιδικά συγκροτήματα από όλη την Ελλάδα), το νέο διπλό CD που βγήκε την άνοιξη με τίτλο «Τα τραγούδια της Κυράς Θάλασσας», την παραγωγή που επιμελήθηκε μαζί με τον πρωτοψάλτη Γιώργο Ρεμούνδο, λίγο αργότερα, ηχογραφώντας ζωντανά την Ακολουθία της Μεγάλης Τρίτης και το Τροπάριο της Κασσιανής. Γενικά σε μια κίνηση. Διαρκή. Ιδίως τον τελευταίο χρόνο που διοργανώνονται τακτικά αφιερώματα για τα 80 χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, «από δήμους, από κοινότητες, από συλλόγους διάφορους», δεν στέκεται λεπτό. «Βλέπετε κατάγομαι κι εγώ από 'κεί και αισθάνομαι ότι μπορώ να μεταφέρω τις μνήμες». Οι γονείς της ζούσαν σε ένα χωριό έξω από τη Σμύρνη, το Μπαϊντίρι, η μητέρα της ήρθε με την καταστροφή στην Ελλάδα, ο πατέρας της τέσσερα χρόνια αργότερα, «γιατί έμεινε αιχμάλωτος εκεί». Εκείνη γεννήθηκε το 1928 στην Καισαριανή και εκεί μεγάλωσε. «Δεν άκουγα τίποτ' άλλο από παιδάκι. Το παραμύθι μου ήταν η Μικρά Ασία». Επισκέφθηκε δύο φορές το Μπαϊντίρι. «Πραγματικά έμεινα έκπληκτη από τον πολιτισμό που βρήκα σ' αυτό τον τόπο. Μέσα από έντυπο υλικό και φωτογραφίες είδα ότι υπήρχε άλλο επίπεδο ζωής εκεί, άλλη κουλτούρα ακόμη και στον απλό, φτωχό κόσμο». Τα μικρασιατικά τραγούδια αντανακλούν άραγε τον πολιτισμό αυτό; «Κάθε τραγούδι αντανακλά τον πολιτισμό που το γέννησε. Αυτό είναι και το μαγικό στοιχείο της παράδοσης. Γνωρίζεις την ιστορία ενός τόπου, αλλά μέσα από τη φωνή της καρδιάς». Πιο μερακλήδικα τραγούδια Τη ρωτώ τι διαφορά έχουν τα μικρασιατικά τραγούδια από τα στερεοελλαδίτικα ή τα νησιώτικα. «Είναι άλλο μουσικό ύφος και εντελώς άλλα θέματα οι στίχοι. Τα μικρασιάτικα τραγούδια δεν έχουν ηρωικούς στίχους όπως δεν έχουν και τα αιγυπτιώτικα. Είναι πιο ερωτικά, πιο μερακλήδικα. Τα τραγούδια των παραλίων έχουν μεγαλύτερη σχέση με τα νησιώτικα, τους μπάλους και τα συρτά. Υπήρχε δε, τέτοια επικοινωνία στους δύο πληθυσμούς τα περασμένα χρόνια που είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις ποιος επηρέασε ποιον». Λέει για τον προπάππο της που καταγόταν από το Πυθαγόρειο της Σάμου και την προγιαγιά της που ήταν από την ʼνδρο, τους γείτονές της στην Καισαριανή πολλοί από τους οποίους μιλούσαν τουρκικά, την ανοιχτή και φιλόξενη διάθεση των Τούρκων όταν οι Έλληνες επέστρεφαν ύστερα από χρόνια για να επισκεφθούν τα σπίτια τους. «Τελικά, κόρη μου, το μόνο που πρέπει να εύχεται ο άνθρωπος είναι να μη γίνονται πόλεμοι. Τι είχαν οι άνθρωποι να χωρίσουν τότε μεταξύ τους; Ακόμη και σήμερα όταν σε ρωτούν και λες "γιουνάν" αλλάζει το ύφος τους, γιατί έχουν σεβασμό στους Έλληνες». ΙΝFΟ Εκδήλωση Μνήμης για τα 80 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή και τιμητική για τη Δόμνα Σαμίου, σήμερα Δευτέρα, στο Μουσείο Μπενάκη (τηλ. 010-3675.015). ΤΑ ΝΕΑ , 14-10-2002 , Σελ.: P03 Κωδικός άρθρου: A17464P031