Sign in to follow this  
Followers 0
francois

Εντεχνο ναι, λαϊκό όμως;

1 post in this topic

Νέα τραγούδια του Ν. Μαμαγκάκη, από τον Δ. Κοντογιάννη

Εντεχνο ναι, λαϊκό όμως;

Σε ήχο ελληνικό

ΓΙΩΡΓΟΣ Ε. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ

Η νέα εργασία του Νίκου Μαμαγκάκη αποτελεί, κατά δική του δήλωση, συνέχεια των μελωδικών του αναζητήσεων. Ο χώρος προς τον οποίο στρέφεται ο συνθέτης -όπως τουλάχιστον φαίνεται από το αποτέλεσμα που δημοσιεύει τώρα αλλά και παλαιότερα- είναι ο χώρος του λαϊκού τραγουδιού, όπως αυτό μορφοποιήθηκε στη μεταπολεμική εποχή, αλλά και αργότερα, όταν οι παρεμβάσεις των συνθετών Χατζιδάκι και Θεοδωράκη καθόρισαν την παραπέρα εξέλιξή του.

Τότε μάλιστα επινοήθηκε και ο αδόκιμος όρος «έντεχνο λαϊκό τραγούδι» που ήθελε να κάνει μια απλή διάκριση ανάμεσα στα λαϊκά ρεμπετοφανή τραγούδια της μόδας της μεταπολεμικής εποχής, και σ' εκείνα που μορφολογικώς, ήσαν μεν ταυτόσημα με τα παλιά (μελωδικοί τύποι, ρυθμοί, μουσικά όργανα, τρόπος ερμηνείας κ.λπ.), αλλά παρουσίαζαν την καινοτομία να έχουν στίχους μεγάλων ποιητών.

Ο Νίκος Μαμαγκάκης, στο σημείωμά του στο ένθετο του δίσκου, κάνει χρήση του όρου αυτού, χαρακτηρίζοντας τον Δημήτρη Κοντογιάννη -που ερμηνεύει τα νέα αυτά τραγούδια- «συνδετικό κρίκο του ρεμπέτικου με το νέο έντεχνο ελληνικό τραγούδι» αλλά και «καλλιτέχνη του αυτόματου τραγουδήματος». Αυτός μάλιστα ο δεύτερος χαρακτηρισμός είναι κατά τη γνώμη μου μια ευφυής, ή μάλλον, ευφυέστατη έκφραση ενός ουσιαστικού και πολύ σημαντικού ζητήματος που αφορά γενικώς το τραγούδι είτε αυτό είναι «έντεχνο» είτε... άτεχνο. Ο... αυτοματισμός, στον οποίο αναφέρεται ο συνθέτης, αφορά τα στοιχεία εκείνα που κάθε ερμηνευτής (τραγουδιστής ή μουσικός) κληρονομεί από την παράδοση, στην οποία ανήκει, και τα διαθέτει ως φυσικός της φορέας. Δεν αποτελούν δηλαδή απόκτημα γνώσης που προήλθε από μια ειδική συστηματική εκπαίδευση και οργανωμένη διδασκαλία, όπως γίνεται π.χ. με το κλασικό τραγούδι.

Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τη σύνθεση της μουσικής. Οπως φαίνεται κι από άλλες σχετικές με τη λαϊκή μουσική εργασίες του Νίκου Μαμαγκάκη, ο ίδιος δεν είναι συνθέτης του αυτόματου γραψίματος. Δεν κάνει δηλαδή απλές και «αυτόματες» αναφορές σε τύπους και έτοιμα σχήματα της παράδοσης, ούτε ακολουθεί τυφλά τους κανόνες της μελωδικής συμπεριφοράς που η παράδοση αυτή υπαγορεύει. Οχι διότι δεν μπορεί, αλλά διότι δεν θέλει. Αυτό που επιχειρεί να κάνει με τη λαϊκή μουσική (να την εμβολιάσει δηλαδή με άλλα, δικά του, ιδιοσύστατα, ανατρεπτικά και κάποτε ακυρωτικά της ίδιας της φύσης της στοιχεία) είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο.

Η δυσκολία έγκειται κυρίως στο ότι -απ' την άλλη μεριά- δεν εγκαταλείπει τη θεμελιώδη δομή της φόρμας, που όντας ισχυρή και ανθεκτική, δεν ανέχεται παρόμοιες επεμβάσεις κι έτσι προκύπτει κάτι δύστροπο, ασαφές και μάλλον ατελές.

Ο προχείρως παρακολουθών τις «λαϊκότροπες» μελωδικές αναζητήσεις του Νίκου Μαμαγκάκη ίσως μείνει με την εντύπωση ότι ο συνθέτης ήθελε απλώς να προσθέσει κάποιες ρυθμικές και μελωδικές «παραξενιές» κι αν, αυτός ο ακροατής, ήταν προετοιμασμένος ν' ακούσει οικεία και «ρέοντα» πράγματα, οι προσθήκες αυτές θα αποτελέσουν μάλλον εμπόδιο στην ευχαρίστησή του. Και ο μεν προχείρως παρακολουθών μπορεί να έχει το δίκιο του, από την άλλη όμως ο Νίκος Μαμαγκάκης δεν είναι ο πρώτος τυχών τραγουδοποιός που επιδιώκει την εμπορική επιτυχία και δεν τα καταφέρνει. Αντιθέτως είναι, όχι μόνο, αξιόλογος και ταλαντούχος, αλλά κυρίως ειλικρινής και εξόχως έντιμος δημιουργός. Γι' αυτό και, παρ' ότι κατά τη γνώμη μου το πείραμα δεν πετυχαίνει, είμαι όμως βέβαιος ότι, πάντως, κάτι θέλει να πει, και ότι πρόκειται για μια ειλικρινή προσπάθεια.

Οφείλω να σημειώσω ότι αυτό που ο Νίκος Μαμαγκάκης αποφεύγει, προς τιμήν του, να κάνει διερευνώντας το λαϊκό μέλος (και που σ' αυτό ίσως οφείλεται η «απόστασή» του από τα τετριμμένα, αλλά και το γεγονός ότι συχνά δεν «του βγαίνει»), είναι να αρκεστεί σε μία απλή περιγραφή των εξωτερικών χαρακτηριστικών της λαϊκής μελωδίας. Κάτι δηλαδή που συνηθίζουν άλλοι συνάδελφοί του και γράφουν πλήθος π.χ. ζεϊμπέκικων, χασάπικων και καρσιλαμάδων που άλλα «μυρίζουν» Τσιτσάνη, άλλα Βαμβακάρη, άλλα Παπαϊωάννου κι άλλα έχουν άλλα αρώματα. Αυτή όμως η επιλογή συνεπάγεται μεγάλες δυσκολίες για έναν μη λαϊκό, ήτοι, λόγιο δημιουργό.

Ουδέποτε η λόγια μουσική, από τον Μπετόβεν μέχρι τον Μπέλα Μπάρτοκ, κατόρθωσε να έχει μια ουσιαστική συνομιλία με τη λαϊκή. Ουδέποτε δηλαδή η λόγια μουσική που εδήλωσε «εμπνευσμένη» από κάποιο παραδοσιακό τυπικό, κατάφερε να γίνει πρότυπο για τους λαϊκούς δημιουργούς, ή να επηρεάσει με κάποιο τρόπο την εξέλιξή της. Κατά κανόνα οι λόγιοι αρκούνται σε απλές περιγραφές των λαϊκών στιλ και απ' αυτά τα πιο απλά και ευκολοπλησίαστα, διότι τα πολύ ιδιωματικά αποτελούν σχεδόν ξένή γλώσσα, που η προσέγγισή της χρειάζεται, εκτός από μελέτη, και κάτι πιο σπάνιο και πιο ακριβό, που δεν βρίσκεται ούτε στη φύση ούτε και στις προθέσεις των λογίων: στάση και τρόπο ζωής. Οπως λέει κι ο Ευριπίδης: «Γνώμην δ' έχοντα μ' η φύσις βιάζεται», δηλαδή: «Αν κι εγώ έχω τη γνώμη μου, η φύση για άλλα με αναγκάζει».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ - 15/01/2003

Share this post


Link to post
Share on other sites
Guest
You are commenting as a guest. If you have an account, please sign in.
Reply to this topic...

×   You have pasted content with formatting.   Remove formatting

×   Your link has been automatically embedded.   Display as a link instead

Loading...
Sign in to follow this  
Followers 0