Δείτε ακόμη:
dalaras.com ©2001 



Το τραγούδι κι εγώ - Του Γιώργου Νταλάρα


Τώρα που το συλλογίζομαι, νομίζω πως το τραγούδι κι εγώ γεννηθήκαμε μαζί. Θέλω να πω, πως από τις πρώτες ώρες της ζωής μου, το τραγούδι με απασχολούσε, με κύκλωνε, με κανάκευε. Ο πατέρας μου ήταν τραγουδιστής, όλοι οι συγγενείς μου οργανοπαίκτες.

Εγώ γεννήθηκα στον Πειραιά, το 1949. Ήταν δύσκολα χρόνια, δίσεκτα που λένε στη χώρα μας. Η οικογένεια μου βρισκόταν συνεχώς στο πόδι, μετακομίζαμε κάθε τόσο, από Πειραιά σε Αθήνα, ώσπου από το 1960 κατασταλάξαμε πια οριστικά στην Αθήνα. Εγώ, που μαζί με τη γειτονιά άλλαζα κάθε τόσο και σχολείο, μόλις τελείωσα το Δημοτικό μπήκα σε μια τεχνική σχολή. Είχα μανία με τις μηχανές. Τα μοτέρ ηλέκτριζαν την φαντασία μου. Τα αυτοκίνητα δεν είχαν κανένα μυστικό για μένα. Και μολονότι ο απόηχος του τραγουδιού δεν έπαυε να χαϊδεύει τα αυτιά μου, μολονότι τα χείλη μου τρεμούλιαζαν πάντα κάποια μελωδία, η μηχανή ήταν ένας μεγάλος έρωτας, που έλεγα πως θα της έμενα πιστός. Ήμουν άριστος στο τεχνικό σχέδιο. Και τίποτα δεν έδειχνε πως δεν είχα βρει πια το δρόμο μου.

Η αλλαγή έγινε εκεί, στα 15 - 16 χρόνια μου. Αλλαγή απότομη και δραστική. Τα μοτέρ οπισθοχώρησαν και χάθηκαν στα βάθη του μυαλού μου, ενώ το τραγούδι κυριάρχησε πάλι. Ήταν γύρω στα 1965 - 66, όταν άφησα, για πάντα πια, τις μηχανές και στράφηκα στο τραγούδι. Μπήκα, τότε, σ' ένα συγκρότημα γιε - γιε, με το οποίο δουλέψαμε ερασιτεχνικά. Κατόπιν άρχισα να εμφανίζομαι σε διάφορα λαϊκά μαγαζιά, "σκυλάδικα" που λένε, εγώ όμως δεν τα θεωρώ καθόλου παρακατιανά. Ο κόσμος είναι αγνός όταν διασκεδάζει και κανείς δεν μπορεί να τον εμποδίσει να διασκεδάζει κατά πως θέλει εκείνος. Πρέπει να παραδεχθώ πως το όνομα του πατέρα μου διευκόλυνε σημαντικά τα πρώτα μου βήματα, μου άνοιγε πόρτες.

Όμως, η κατοπινή καριέρα μου οφείλεται ίσως σε αρκετή τύχη, και πάντως σε πολλή δουλειά. Ήταν μια εποχή αλλαγής, μετά το Θεοδωράκη. Αυτή η αλλαγή, αυτό το πνεύμα του καινούργιου, του "κάτι διαφορετικού", κυριαρχούσε μέσα μου. Άρχισα να καταλαβαίνω πως μέσα από το τραγούδι μπορείς τώρα να εκφραστείς, να μεταδώσεις ένα "μήνυμα". Θυμάμαι ακόμα, όταν πρωτοεμφανίστηκα σε κέντρο... Ο κόσμος ήταν πολύ εκδηλωτικός, κι αυτό, αντί να με ενθουσιάσει, με γέμισε πανικό, άγχος. Μπορώ να πω, πως και τώρα ακόμα, έχω αυτό το άγχος. Πάντως, και ίσως γι' αυτό, προτιμώ πια να μην εμφανίζομαι σε κέντρα, αλλά μόνο σε μπουάτ- η ατμόσφαιρα εκεί είναι πολύ πιο ήσυχη, πιο κατάλληλη για να ακουστεί το τραγούδι. Υπάρχει ζεστασιά.

Δεν πιστεύω πως η εκτέλεση ενός τραγουδιού είναι δημιουργία - η δημιουργία κάτι πρέπει να αφήνει. Η δημιουργία είναι να γράφεις ένα τραγούδι, κι εγώ έχω τη μυστική ελπίδα πως κάποτε θα γράψω τα δικά μου τραγούδια. Δε βιάζομαι όμως. Ακόμα έχω πολλά να πω, πολλά τραγούδια, που θέλω και πρέπει να πω. Σ' ένα τραγούδι, πιστεύω πως ο στίχος είναι πιο σημαντικός από τη μελωδία. Γιατί ο στίχος έχει φωνή και μεταφέρει πιο άμεσα αυτό που θέλεις να πεις. Γι' αυτό κι εγώ, διαλέγω όσο μπορώ τα τραγούδια μου. Λέω "όσο μπορώ", γιατί οι εταιρίες δίσκων, στις οποίες κάθε καλλιτέχνης ανήκει, ασκούν κάποιο περιορισμό - αυτό σε μένα όσο γίνεται μικρότερο, αυτό πρέπει να το αναγνωρίσω.

Σήμερα το τραγούδι περνά κρίση. Θα ΄λεγε κανείς πως ψάχνει να βρει το δρόμο του. Ύστερα από την μεταπολίτευση οι εταιρίες μπούκωσαν τον κόσμο με πολύ πολιτικό τραγούδι, όχι πάντα καλής ποιότητας. Κι ο κόσμος αντέδρασε. Όμως, είναι γεγονός πως οι δύο δεκαετίες που πέρασαν, έδωσαν ότι καλύτερο στο τραγούδι, με κορυφαίους τον Χατζιδάκι και τον Θεοδωράκη. Η ακμή αυτή δεν ήταν τυχαία, έφθασε ύστερα από τις καταβολές των προδρόμων με την γνήσια λαϊκή έμπνευση - Τσιτσάνη, Βαμβακάρη, Παπαιωάννου, Μανώλη Χιώτη. Κι αυτοί, πάλι, ξεκίνησαν από τις ρίζες του λαϊκού μας πολιτισμού, το δημοτικό τραγούδι, που έχει αφάνταστες ομοιότητες με το δικό τους λαϊκό. Έτσι, το σημερινό τραγούδι, για να φθάσει σε καινούργια ακμή, πρέπει να γίνουν οι διαδικασίες για κάτι καινούργιο - που θα το εμπνεύσει. Δυστύχημα είναι που υπάρχουν τόσοι πολλοί κακοί τραγουδιστές και συνθέτες, που καταστρέφουν ότι καλό υπάρχει ακόμα.

Όχι, ας μη μιλάμε για το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης -τίποτα δεν προσέφερε, τίποτα δεν μπορεί να προσφέρει στην υπόθεση του τραγουδιού. Είμαι εναντίον του, πάντα θα είμαι. Πάντα αρνήθηκα να πάω, και πάντα θα αρνούμαι. Είναι μια επίδειξη που εντάσσεται μέσα στην πανηγυριώτικη ατμόσφαιρα της ΔΕΘ. Δεν αξίζει τον κόπο. Άλλωστε, τι μας πρόσφερε μέχρι σήμερα, δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια από το ξεκίνημα του; Μερικά τραγουδάκια, που μπορεί να γίνονται σουξεδάκια από την πολλή διαφήμιση, αλλά που στο τέλος δεν αφήνουν τίποτα, ούτε στον κόσμο, ούτε στο τραγούδι. Ίσως μερικές καλές αναμνήσεις στα νεαρά παιδιά, που συνδέουν τη νιότη τους με μερικές καλές δραστηριότητες. Γράφοντας τραγουδάκια και κάνοντας συγκροτήματα. Όλοι μας άλλωστε περάσαμε κάποτε από εκεί. Κάποια χρονιά, θέλησαν να δώσουν και μια λαϊκή νότα στο φεστιβάλ. Μπροστά από την ορχήστρα έβαλαν δύο καλά μπουζούκια, που έπαιξαν μερικά σόλα και συνόδευσαν δύο τρία τραγούδια που τα είπαν λαϊκά. Αυτό ήταν όλο. Η δοκιμή απέτυχε και την άλλη χρονιά δεν ξαναφάνηκαν τα μπουζούκια. Αλλά γιατί να μιλάμε για λεπτομέρειες; Με δυο λόγια τελειώνεις με αυτό το πράγμα. Είναι μια από τις πανηγυριώτικες όπως σας είπα, γιορτές της Έκθεσης.

Μ' αυτά δεν θέλω να πω ότι έχω ... προσωπικά με τη Θεσσαλονίκη. Συμμετέχω στη γιορτή της με τον δικό μου τρόπο. Κάθε χρόνο τον Σεπτέμβρη ανεβαίνω στη συμπρωτεύουσα με όλο το συγκρότημα μου και παρουσιάζω στους Θεσσαλονικείς την καινούργια δουλειά μου. Εκεί, στη δική μας ατμόσφαιρα, μπορούμε και δημιουργούμε ένα κλίμα τραγουδιού, που δεν είναι φιέστα και πανηγύρι. Κι αυτό το έχει εκτιμήσει το κοινό της Θεσσαλονίκης. Πάντως, αν γίνει κάποτε κάτι σοβαρό με το φεστιβάλ, θα είμαστε πρώτοι εμείς που θα τρέξουμε να το αγκαλιάσουμε. Γιατί ας μη το κρύβουμε, η χώρα μας είναι πολύ φτωχή σε μουσικές εκδηλώσεις. Και ιδίως με το λαϊκό τραγούδι δεν γίνεται τίποτα για να προβληθούν έστω οι λίγοι δημιουργοί του, κυρίως οι καινούργιοι.

Η ιδιωτική μου ζωή, σήμερα, δεν προσφέρεται στο δημόσιο ενδιαφέρον. Δεν είμαι παντρεμένος και δεν πρόκειται - ευτυχώς ή δυστυχώς - να παντρευτώ. Βέβαια, πολλά γράφονται και περισσότερα λέγονται γύρω από την ιδιωτική μου ζωή. Δεν έχω την πρόθεση να τα διαψεύσω. Κατά καιρούς μ' έχουν ερωτευμένο με κάποια συνάδελφο μου, ενώ άλλοι, πιο βιαστικοί, υποστηρίζουν πως παντρεύτηκα κρυφά... Ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί το κοινό θέλει να μαθαίνει την ιδιωτική ζωή του κάθε καλλιτέχνη. Η ιδιωτική ζωή δεν είναι τραγούδι να πηγαίνει από στόμα σε στόμα. Του ανήκει αποκλειστικά. Είναι κι αυτός άνθρωπος με τα προβλήματα και τις σκοτούρες του. Και κανένας δεν θέλει να βγαίνουν τα προσωπικά του μυστικά στο δρόμο. Έτσι, ίσως απογοητεύσω εδώ μερικούς που θα περίμεναν να τους περιγράψω με λεπτομέρειες κιόλας, με ποια έφαγα χθες, ή με ποια είμαι ερωτευμένος, ποια είναι η οικονομική μου κατάσταση, ποιες οι σχέσεις μου με τον πατέρα μου κλπ. κλπ.

Μ' ενδιαφέρει η επικοινωνία μου με τον κόσμο να γίνεται μόνο μέσα από τα τραγούδια μου. Ο κόσμος να νοιάζεται μόνο για την καλλιτεχνική δουλειά μου και όχι για τα οικογενειακά μου. Γι' αυτό αρνιέμαι πάντα στις συνεντεύξεις που δίνω, να μιλώ για πράγματα έξω από το τραγούδι, δηλαδή έξω από την ίδια τη ζωή μου. Η άρνηση μου αυτή έχει θεωρηθεί πολλές φορές σαν βεντετισμός. Εγώ δεν υπήρξα ποτέ ακατάδεκτος. Ίσως να μην είμαι τόσο .... κοινωνικός, αλλά δεν αρνήθηκα να εκφράσω τις απόψεις μου, όταν είχα απέναντι μου ένα σοβαρό συζητητή.

Εκτός από το τραγούδι, με ενδιαφέρει πολύ η ζωγραφική και ο κινηματογράφος. Όμως, η δουλειά μου με απορροφά σχεδόν ολοκληρωτικά. Η μέρα μου είναι μια πίστα για ράλλυ, όπου τρέχω με 200 χιλιόμετρα την ώρα. Τρέχω, πάντα με άγχος, πως δεν θα προλάβω, πως κάτι θα παραλείψω. Τώρα για παράδειγμα, αυτές τις ημέρες ετοιμάζω το μαγαζί όπου θα εμφανισθώ τον χειμώνα, ένα δίσκο με τον Λοϊζο, και τη δουλειά της Θεσσαλονίκης - όπου θα εμφανισθώ όλο τον Σεπτέμβρη. Κάποτε, θα ήθελα να εμφανισθώ κι από την σκηνή ενός θεάτρου, αλλά πάντα στο χώρο της μουσικής. Η τηλεόραση μ' ενδιαφέρει, αλλά μόνο όταν προσφέρει αξιόλογες προϋποθέσεις - για την ώρα δεν τις βλέπω.